ΑΘΗΝΑ. Σε διευκρινίσεις σχετικά με το μέλλον του ακινήτου του Δημοσίου, έκτασης 175 στρεμμάτων στις παραλίες Σαρακίνικο και Σίμου της Ελαφονήσου, το οποίο έχει μεταβιβαστεί στο ΤΑΙΠΕΔ, υποχρεώθηκε να προβεί το Ταμείο, ύστερα από το θόρυβο που προκλήθηκε από δημοσιεύματα που έβγαζαν το ακίνητο «στο σφυρί».

Όπως τονίζει το ΤΑΙΠΕΔ δεν έχει ληφθεί καμία σχετική απόφαση για ένταξη του ακινήτου σε πρόγραμμα αξιοποίησης και συνακόλουθης μεταβίβασης σε ιδιώτη, γνωστοποιώντας παράλληλα ότι «το όποιο μελλοντικό σχέδιο αξιοποίησης θα τεθεί σε δημόσια διαβούλευση και ανοικτό διάλογο με τις τοπικές και περιφερειακές αρχές με γνώμονα τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος».

Αναλυτικά, η ανακοίνωση του ΤΑΙΠΕΔ έχει ως εξής:

«Σε συνέχεια δημοσιευμάτων σχετικά με ακίνητο του Ελληνικού Δημοσίου στην Ελαφόνησο που μεταβιβάστηκε για αξιοποίηση στο ΤΑΙΠΕΔ, διευκρινίζεται ότι αφενός, η συγκεκριμένη έκταση δεν έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα αξιοποίησης, αφετέρου το όποιο μελλοντικό σχέδιο αξιοποίησής της θα τεθεί σε δημόσια διαβούλευση και ανοικτό διάλογο με τις τοπικές και περιφερειακές αρχές με γνώμονα τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος.

Εξάλλου, οι χρήσεις που αναφέρονται στην ιστοσελίδα του ΤΑΙΠΕΔ είναι μόνο ενδεικτικές και σε κάθε περίπτωση αφορούν σε ιδιαίτερα ήπια και οικολογική ανάπτυξη, με ειδική μέριμνα για την προστασία των ευαίσθητων περιβαλλοντικά ή και προστατευόμενων δημοσίων ακινήτων. Επιπλέον, η όποια αξιοποίηση παραθαλάσσιων εκτάσεων προβλέπει ρητά την ελεύθερη πρόσβαση των λουόμενων στις παραλίες.

Η πάγια διαδικασία για την αξιοποίηση ακίνητης δημόσιας περιουσίας που προβλέπεται από τον ιδρυτικό νόμο του ΤΑΙΠΕΔ, προϋποθέτει την κατάρτιση ΕΣΧΑΔΑ και περιλαμβάνει τρεις ουσιώδεις ασφαλιστικές δικλείδες: (1) κατάρτιση Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Μελέτης (ΣΜΠΕ) για την όποια ανάπτυξη, όπου είναι αυτονόητος ο απόλυτος σεβασμός στις περιβαλλοντικές και άλλες δεσμεύσεις κάθε ακινήτου, (2) δημόσια διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες και την Περιφερειακή Διοίκηση επί του σχεδίου ανάπτυξης και την ΣΜΠΕ και (3) γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς την πληρότητα της ΣΜΠΕ και τη νομιμότητα της προτεινόμενης ανάπτυξης».