Σύνταγμα και θεσμικός πατριωτισμός
Γράφει ο Ηλίας Παναγιωτακάκος
Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν άνοιξε σε πολιτικό κενό. Άνοιξε σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση βρίσκεται «στριμωγμένη» από προβλήματα που συσσωρεύονται: κοινωνική δυσαρέσκεια, θεσμικές εκκρεμότητες, ελλείμματα εμπιστοσύνης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πρωτοβουλία για αναθεώρηση του Συντάγματος εμφανίζεται λιγότερο ως ώριμη θεσμική ανάγκη και περισσότερο ως πολιτικός ελιγμός, με ζητούμενο μια συναίνεση που θα νομιμοποιήσει προαποφασισμένες επιλογές.
Όμως το Σύνταγμα δεν προσφέρεται για επικοινωνιακή διαχείριση κρίσεων. Είναι ο καταστατικός χάρτης του Πολιτεύματος. Το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται η δημοκρατική ισορροπία και το όριο της εξουσίας. Γι’ αυτό και κάθε συζήτηση αναθεώρησής του οφείλει να γίνεται με νηφαλιότητα, χρόνο και καθαρό θεσμικό προσανατολισμό — όχι υπό πίεση και όχι με όρους πολιτικής σκοπιμότητας.
Η Δημοκρατία δεν εξαντλείται στο κοινοβουλευτικό επίπεδο. Για να λειτουργήσει ουσιαστικά, χρειάζεται πολιτικά, θεσμικά αλλά και κοινωνικά αντίβαρα. Χρειάζεται ισοδύναμα που να εξασφαλίζουν τον έλεγχο της εξουσίας σε όλα τα επίπεδα και να αποτρέπουν τη συγκέντρωση δύναμης. Όταν αυτά τα αντίβαρα αποδυναμώνονται, η δημοκρατία παραμένει τυπικά λειτουργική, αλλά ουσιαστικά εύθραυστη.
Οι πολίτες βιώνουν τα σοβαρά προβλήματα καθημερινά. Δεν ζητούν θεωρητικές συζητήσεις για μοντέλα διακυβέρνησης ούτε αφηρημένες θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Ζητούν δημοκρατία στην πράξη: Ισότητα απέναντι στον νόμο, ασφάλεια δικαίου, δικαιοσύνη που απονέμεται έγκαιρα και αμερόληπτα, κράτος που λειτουργεί με κανόνες, διαφάνεια, λογοδοσία και όχι με εξαιρέσεις. Ζητούν να κυβερνώνται από πρόσωπα που εμπιστεύονται και από κόμματα που δεν λειτουργούν για την αυτοσυντήρησή τους, αλλά υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.
Η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να εξελιχθεί σε υπόθεση μόνο κλειστών κύκλων, ειδικών ερμηνευτών και τεχνοκρατών. Το Σύνταγμα δεν ανήκει στην εκάστοτε πλειοψηφία ούτε στους διαχειριστές της εξουσίας. Ανήκει στην κοινωνία και οφείλει να απαντά στις πραγματικές της ανάγκες να περιορίζει την αυθαιρεσία και να προστατεύει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του πολίτη — μια εμπιστοσύνη που συχνά υπονομεύεται από «παραθυράκια» νόμων και νυχτερινές (ν)τροπολογίες. Διαφορετικά, η αναθεώρηση κινδυνεύει να εκληφθεί ως ακόμη ένας μηχανισμός αυτοπροστασίας του πολιτικού συστήματος.
Ο θεσμικός πατριωτισμός δεν εκφράζεται με μεγάλες διακηρύξεις, αλλά με έλεγχο της εξουσίας. Ο θεσμικός πατριωτισμός δεν μετριέται με τον αριθμό των άρθρων που αλλάζουν, αλλά με το αν ενισχύεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατία. Με την αποδοχή ότι το Σύνταγμα δεν είναι εργαλείο διακυβέρνησης, αλλά εγγύηση για τα δικαιώματα της κοινωνίας. Δεν είναι πατριωτικό να αποδυναμώνεις τις θεσμικές εγγυήσεις στο όνομα της όποιας αποτελεσματικότητας. Πατριωτικό είναι να ενισχύεις τα όρια της εξουσίας, ακόμη κι όταν αυτό έχει πολιτικό κόστος.
Γι’ αυτό και η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να παραμείνει υπόθεση κλειστών κύκλων ειδικών και τεχνοκρατών. Το Σύνταγμα πρέπει να ανοιχθεί στην κοινωνία των πολιτών. Να γίνει αντικείμενο ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου, κατανόησης και συμμετοχής. Ένα Σύνταγμα που δεν γίνεται κτήμα της κοινωνίας, όσο άρτιο κι αν είναι νομικά, παραμένει πολιτικά αδύναμο.
Η συνταγματική αναθεώρηση μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία δημοκρατικής ενίσχυσης ή ακόμη μία χαμένη στιγμή. Το ποια πορεία θα ακολουθηθεί δεν θα κριθεί από το εύρος των αλλαγών, αλλά από το πνεύμα που θα τις διαπερνά. Και αυτό το πνεύμα δεν μπορεί να είναι άλλο από τον θεσμικό πατριωτισμό.
Σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης εμπιστοσύνης, το Σύνταγμα δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πολιτικό καταφύγιο ούτε ως εργαλείο αποπροσανατολισμού. Αντίθετα, οφείλει να λειτουργήσει ως όριο, ως εγγύηση και ως κοινός τόπος συνεννόησης.
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της συνταγματικής αναθεώρησης.
Και εκεί θα κριθεί αν πρόκειται για πράξη θεσμικού πατριωτισμού ή για ακόμη έναν τακτικισμό εξουσίας
Σε μια περίοδο όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δοκιμάζεται διεθνώς, η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να αποδείξει ότι η δημοκρατία της δεν είναι μόνο τυπική, αλλά ουσιαστική. Ότι ο πατριωτισμός της δεν εξαντλείται σε σύμβολα, αλλά εκφράζεται με σεβασμό στους δημοκρατικούς κανόνες.