Ιωάννης Καποδίστριας (1776–1831): 250 χρόνια από την γέννηση του
Η σύγκρουση της τιμής με το εθνικό συμφέρον και το τίμημα της Ιστορίας
Γράφει ο Ηλίας Παναγιωτακάκος
Η πρωτοβουλία για την απόδοση φόρου τιμής στον Ιωάννη Καποδίστρια στην Αρεόπολη της Μάνης, στις 17 Μαρτίου —επέτειο του ξεσηκωμού του 1821— αποτελεί μια θετική και συμβολικά ισχυρή κίνηση. Στον τόπο όπου οι Μανιάτες ύψωσαν το λάβαρο της Επανάστασης με το «Νίκη ή Θάνατος», τιμώντας έναν από τους θεμελιωτές του νεοελληνικού κράτους, επιχειρείται μια ώριμη ιστορική συμφιλίωση δύο περίπου αιώνες μετά…
Η Μάνη πρόσφερε πολλά στον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα. Όμως η σχέση της με τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας υπήρξε δραματική και αντιφατική. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό, η τιμή που αποδίδεται σήμερα έχει βαθύτερη αξία.
Ο διπλωμάτης που έγινε Κυβερνήτης
Σαν σήμερα, το 1776, στην Κέρκυρα, γεννήθηκε ο Ιωάννης Καποδίστριας — ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας και ο άνθρωπος που επιχείρησε να μετατρέψει τον ηρωισμό της Επανάστασης σε οργανωμένο κράτος. Η ζωή και ο θάνατός του συμπυκνώνουν το πιο δύσκολο πέρασμα της νεότερης ελληνικής ιστορίας: από την εξέγερση στη θεσμική συγκρότηση.
Σπούδασε Ιατρική και Φιλοσοφία στην Πάντοβα, όμως γρήγορα αναδείχθηκε ως διοικητικός και διπλωματικός νους υψηλού επιπέδου. Στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία έφτασε μέχρι τη θέση του Υπουργού Εξωτερικών του Τσάρου Αλεξάνδρου Α΄ και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο Συνέδριο της Βιέννης. Ήταν ήδη καταξιωμένος Ευρωπαίος πολιτικός όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει τα αξιώματα και να αφιερωθεί στην ελληνική υπόθεση, αναλαμβάνοντας το τιτάνιο έργο της διακυβέρνησης ενός ρημαγμένου τόπου.
Στις 14 Απριλίου 1827, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον εξέλεξε πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας. Όταν έφθασε στην Ελλάδα το 1828, βρήκε μια χώρα χωρίς συγκροτημένους θεσμούς, με εσωτερικές αντιπαλότητες, οικονομική κατάρρευση και τοπικά κέντρα εξουσίας που λειτουργούσαν σχεδόν αυτόνομα.
Το όραμά του ήταν σαφές: ένα συγκεντρωτικό, οργανωμένο κράτος, με διοίκηση, εκπαίδευση, νόμισμα, στρατό και διεθνή υπόσταση. Εισήγαγε τον Φοίνικα, ίδρυσε σχολεία, οργάνωσε τη δημόσια διοίκηση και επιχείρησε να περιορίσει την αυθαιρεσία των τοπικών αρχόντων.
Όμως η προσπάθεια αυτή έθιξε κατεστημένα συμφέροντα.
Η πολιτική του συγκρούστηκε με δύο ισχυρά μέτωπα:
Οι Μεγάλες Δυνάμεις
Αγγλία και Γαλλία έβλεπαν με καχυποψία την προοπτική ενός ισχυρού, αυτόνομου ελληνικού κράτους – ιδίως αν αυτό έγερνε προς τη ρωσική επιρροή.
Υποστηρίζεται από ιστορικούς ότι υπήρξαν δολοπλοκίες και έντονες παρεμβάσεις. Παραμένει μάλιστα αντικείμενο έρευνας το ζήτημα των απόρρητων βρετανικών αρχείων της εποχής.
Οι εσωτερικές αντιδράσεις
Κοτζαμπάσηδες, Φαναριώτες και πλοιοκτήτες επιδίωκαν διατήρηση των προνομίων τους.
Η προσπάθεια του Κυβερνήτη για:
- φορολογική εξυγίανση
- χαρτογράφηση και διανομή εθνικών γαιών
- περιορισμό τοπικών εξουσιών
έφερε σφοδρή σύγκρουση, ιδιαίτερα με την οικογένεια Μαυρομιχάλη.
Η αναδιανομή γης υπέρ των απλών αγροτών ήταν για τον Καποδίστρια όχι μόνο οικονομικό μέτρο — αλλά πολιτική και ηθική πράξη.
Η Μάνη και η παράδοση της αυτονομίας
Η Μάνη είχε μάθει να ζει με αυτοδιοίκηση και έντονο τοπικό αίσθημα τιμής. Οι ισχυρές οικογένειες, όπως οι Μαυρομιχαλαίοι, είχαν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην Επανάσταση.
Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ιστορική μορφή του Αγώνα, βρέθηκε σε σύγκρουση με τον Καποδίστρια όταν ο τελευταίος επιχείρησε να περιορίσει την τοπική ισχύ και να εντάξει τη Μάνη στο κεντρικό κράτος.
Για τον Κυβερνήτη, το εθνικό συμφέρον απαιτούσε ενιαία διοίκηση και ισχυρή κεντρική εξουσία.
Για τους Μανιάτες, η τιμή και η αυτονομία ήταν αδιαπραγμάτευτες αξίες.
Η σύγκρουση τιμής και κράτους
Η πολιτική του Κυβερνήτη — και ιδιαίτερα η φυλάκιση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλων μελών της οικογένειας — εκλήφθηκε ως βαριά προσβολή. Στη μανιάτικη παράδοση, η τιμή δεν ήταν αφηρημένη έννοια· ήταν ζήτημα αξιοπρέπειας και συλλογικής υπόστασης.
Έτσι, διαμορφώθηκε μια τραγική αντίθεση:
Από τη μία πλευρά, ο Καποδίστριας θεωρούσε ότι χωρίς ισχυρή κεντρική εξουσία και περιορισμό των τοπικών προνομίων δεν μπορούσε να επιβιώσει το νέο κράτος. Από την άλλη, οι τοπικές κοινωνίες έβλεπαν στην πολιτική του, απειλή για την ελευθερία και την τιμή που είχαν κατακτήσει με αίμα.
Η σύγκρουση τιμής και εθνικού συμφέροντος έλαβε δραματική μορφή.
Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, στο Ναύπλιο, ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης δολοφόνησαν τον Καποδίστρια έξω από τον Άγιο Σπυρίδωνα.
Η πράξη αυτή δεν ήταν απλώς μια προσωπική βεντέτα. Ήταν η τραγική κορύφωση μιας βαθύτερης σύγκρουσης:
της παραδοσιακής, τοπικής αντίληψης περί τιμής απέναντι στη νεωτερική ανάγκη για συγκροτημένο κράτος.
Το αίμα του Καποδίστρια «στοίχειωσε» για χρόνια τη συλλογική μνήμη. Δεν ήταν μόνο το τέλος ενός ανθρώπου· ήταν το βίαιο τέλος μιας πρώτης απόπειρας θεσμικής σταθερότητας.
Τα λόγια, αποδιδόμενα στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη χρόνια 9 ολόκληρα χρόνια μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, φέρουν το βάρος της ωριμότητας και της επίγνωσης: «Δεν μετράς καλά, φιλόσοφε. Ανάθεμα στους Αγγλογάλλους που ήσαν η αιτία κι εγώ έχασα τους δικούς μου και το Έθνος έναν άνθρωπο που δε θα τονε ματαβρεί. Και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα…». Η φράση που αποδίδεται στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη — «το αίμα του με παιδεύει ως τώρα» — αποτυπώνει το βάρος αυτής της ιστορικής συνείδησης. Διότι, όταν η τιμή ικανοποιήθηκε, το εθνικό κόστος αποκαλύφθηκε. Και τότε η Ιστορία άρχισε να βαραίνει περισσότερο από την εκδίκηση
Μετά τη δολοφονία, η Ελλάδα βυθίστηκε σε νέα αστάθεια.
Η έλευση της βαυαρικής μοναρχίας και η απώλεια της δυνατότητας αυτοδύναμης κρατικής εξέλιξης ενίσχυσαν την αίσθηση ότι «χάθηκε μια ευκαιρία».
Η Ελλάδα πλήρωσε ακριβά εκείνη τη ρήξη. Η πολιτική αστάθεια που ακολούθησε ανέδειξε πόσο εύθραυστο ήταν το νεοσύστατο κράτος.
Η ιστορική ωριμότητα της μνήμης
Σχεδόν δύο αιώνες μετά, η απόδοση τιμής στον Καποδίστρια στην Αρεόπολη δεν αναιρεί τον ρόλο των Μανιατών στην Επανάσταση. Αντιθέτως, τον συμπληρώνει.
Αναγνωρίζει ότι η Ιστορία δεν είναι ασπρόμαυρη. Οι ίδιοι άνθρωποι που σήκωσαν τη σημαία της ελευθερίας, βρέθηκαν αργότερα απέναντι σε έναν ηγέτη που προσπάθησε να θεμελιώσει το κράτος αυτής της ελευθερίας.
Η τιμή προς τον Καποδίστρια στον τόπο του «Νίκη ή Θάνατος» αποτελεί πράξη συμφιλίωσης με το παρελθόν. Είναι μια υπενθύμιση ότι το εθνικό συμφέρον συχνά απαιτεί υπέρβαση προσωπικών και τοπικών αντιλήψεων.
Και ίσως αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμα της επετείου:
η ελευθερία δεν ολοκληρώνεται με την επανάσταση· ολοκληρώνεται με τη συγκρότηση κράτους.
Υστερόγραφο
Η 17η Μαρτίου στην Αρεόπολη δεν είναι μόνο ημέρα μνήμης του ξεσηκωμού. Μπορεί να γίνει και ημέρα αυτογνωσίας.
Η τιμή στον Καποδίστρια δεν σβήνει τις ιστορικές συγκρούσεις. Τις φωτίζει. Και μας θυμίζει ότι η εθνική ωριμότητα κατακτάται όταν μπορούμε να τιμούμε ακόμη και εκείνους με τους οποίους κάποτε συγκρουστήκαμε.