Ελαφόνησος: 176 χρόνια από την Ένωση με την Ελλάδα και τα Θυρανοίξια του Αγίου Σπυρίδωνος
Ελαφόνησος: Εκεί όπου η Ιστορία έπλευσε στα κύματα – 176 χρόνια από την Ένωση με την Ελλάδα και τα Θυρανοίξια του Αγίου Σπυρίδωνος
Στην εσχατιά της λακωνικής γης, εκεί όπου το κύμα σμιλεύει με πείσμα τον βράχο κι ο ήλιος καθρεφτίζει το αιώνιο ελληνικό φως, ανασαίνει η Ελαφόνησος. Ένα νησί μικρό, ταπεινό στο μέγεθος, μα γιγάντιο σε ψυχή, γεμάτο μνήμη, Ιστορία και, πάνω απ’ όλα, εθνική δικαίωση. Αν ψάξει κανείς τη μοίρα αυτού του ευλογημένου τόπου, θα τη βρει γραμμένη στα καταγάλανα νερά, στα περήφανα σκαριά και στη βαθιά, θαλασσινή ναυτοσύνη των ανθρώπων του.
Εδώ, οι ρίζες μας βυθίζονται στα βάθη των αιώνων. Δίπλα μας ακριβώς, στο Παυλοπέτρι, την αρχαιότερη βυθισμένη πόλη του κόσμου, η ελληνική ιστορία τριών χιλιάδων ετών συνεχίζει να αναδεύεται στα σπλάχνα της θάλασσας. Εκεί που κάποτε έδεναν αρχαία πλοία, άνθρωποι δικοί μας, με το ίδιο DNA, προσεύχονταν κάτω από τον ίδιο ουρανό.
Η Ελαφόνησος δεν ήταν πάντα νησί. Στην αρχαιότητα αποτελούσε χερσόνησο της Λακωνίας. Όπως μας παραδίδει ο αρχαίος περιηγητής Παυσανίας (2ος αι. μ.Χ.), η περιοχή ήταν γεμάτη με ιερά της Θεάς Άρτεμης και φημιζόταν για το κυνήγι κόκκινων ελαφιών. Από αυτά, άλλωστε, πήρε το όνομά της, το οποίο οι Ενετοί χαρτογράφοι του 15ου αιώνα αποτύπωσαν επίσημα ως Cervi (ελάφια), ενώ το απέναντι χωριό, τα Βιγκλάφια, έμεινε στην ιστορία ως η «βίγλα των ελαφιών».
Στην Εθνική Σκακιέρα: Η Άσβεστη Ελληνική Φλόγα
Στους αρχαίους καιρούς τη βάφτισαν «Όνου Γνάθο». Για αιώνες υπήρξε πέρασμα κατακτητών, πειρατών και θαλασσοπόρων. Όμως στα χρόνια της μεγάλης σιωπής, κάτω από το βάρος ξένων αυτοκρατοριών, η Ελαφόνησος παρέμεινε ένα λησμονημένο κομμάτι του ελληνισμού. Στους δίδυμους κόλπους του Σίμου και του Σαρακήνικου φύσηξαν οι άνεμοι Σαρακηνών, Φράκων και Ενετών. Το 1715 το νησί πέρασε στους Οθωμανούς και το 1770 βάφτηκε με την ελπίδα των Ορλωφικών.
Όταν το 1821 ήχησε το σάλπισμα της Λευτεριάς και ο Μοριάς πήρε φωτιά, η Ελαφόνησος —που από το 1800 τελούσε υπό βρετανική προστασία ως εξάρτημα των Κυθήρων— έμεινε άδικα στη σκιερή πλευρά του Αγώνα. Η Ελληνική πλευρά εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι οι Άγγλοι δεν την είχαν αναγράψει ρητά σε καμία συνθήκη κυριαρχίας, όμως οι ξένοι δυνάστες δεν την άφηναν να αναπνεύσει ελεύθερα.
Το 1828, η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου αποφάσισε πως η Πελοπόννησος και τα κοντινά της νησιά μένουν ελεύθερα. Τότε ήταν που έλαμψε η διπλωματική μεγαλοφυΐα του πρώτου Κυβερνήτη, του Ιωάννη Καποδίστρια. Το 1829, πραγματοποίησε μια μυστική, ευφυή πληθυσμιακή απογραφή στο νησί. Κατέγραψε μόλις 17 οικογένειες, 29 ελληνικές ψυχές όλες κι όλες. Ήταν όμως αρκετές για να σφραγίσουν τη γη αυτή με τη μελάνη της ελληνικότητας.
Παρά τη Συνθήκη του Λονδίνου το 1830, η Αγγλία κράτησε πεισματικά το νησί. Όμως το ελληνικό αίμα δεν υποχωρεί. Με το κυβερνητικό διάταγμα του 1837, η Ελαφόνησος ξανακατοικείται. Πρώτη φτάνει η ιστορική οικογένεια του Μανιάτη οπλαρχηγού Θεοδωρόμπεη Γρηγοράκη, και πίσω της ακολουθούν περήφανοι Μανιάτες, Κυθήριοι, Βατικιώτες και Κρητικοί. Το νησί γεμίζει ξανά με ελληνικές λαλιές.
Όταν το Ελληνικό Πείσμα Νίκησε την Αυτοκρατορία
Η μεγάλη σύγκρουση ήρθε με τα «Παρκερικά» (1847-1850). Χρησιμοποιώντας ως πρόφαση έναν τυχοδιώκτη, η κραταιά Βρετανική Αυτοκρατορία επέβαλε έναν απάνθρωπο, βίαιο ναυτικό αποκλεισμό στην ελεύθερη Ελλάδα. Το γεωπολιτικό σχέδιο των Άγγλων ήταν ξεκάθαρο: απαιτούσαν ωμά την παράδοση της Ελαφονήσου και της Σαπιέντζας (έξω από τη Μεθώνη), με σκοπό να τις μετατρέψουν σε πανίσχυρες ναυτικές βάσεις για τον πλήρη έλεγχο του Μοριά.
Τότε, ο Όθωνας απάντησε με την ίδια την ελληνική ψυχή. Έδωσε μυστική εντολή να μεταφερθούν αθόρυβα κάτοικοι και κοπάδια από την απέναντι πλευρά της Νεάπολης Βοιών. Όταν οι Άγγλοι κοίταξαν το νησί, δεν βρήκαν έναν άδειο βράχο, αλλά μια ζωντανή, ελληνική οικονομία που αρνιόταν να υποταχθεί.
Ο αποκλεισμός έληξε και στις 6 Ιουλίου 1850, η δικαιοσύνη του Θεού και των ανθρώπων έλαμψε. Ο Υπουργός Εξωτερικών Ανδρέας Λόντος υπέγραψε τη σύμβαση της Ένωσης. Σε αυτή τη μάχη δεν υψώθηκαν όπλα, δεν χύθηκε αίμα. Έσταξε όμως μελάνι ιερής δικαίωσης. Η Ελαφόνησος γράφτηκε στην ιστορία ως το πρώτο κατοικημένο νησί της Ιονίου Πολιτείας που απελευθερώθηκε και ενώθηκε με τον εθνικό κορμό.
Ο Άγιος Σπυρίδωνας: Το Άπαρτο Κάστρο της Πίστης μας
Πάνω σε αυτόν τον βράχο της λευτεριάς, το 1858, η οικογένεια των Γρηγοράκηδων θεμελιώνει τον Ιερό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος. Στέκει εκεί, στο μικρό νησάκι, εκεί που κάποτε οι παππούδες μας περνούσαν με κίνδυνο της ζωής τους πατώντας στα θαλασσοδαρμένα βράχια. Από το 1950, το πέτρινο γεφύρι στέκει εκεί για να ενώνει τη γη με τον ουρανό, το χθες με το σήμερα.
Αυτός ο ναός είναι η κιβωτός μας. Το πέτρινο τέμπλο από τη Μάλτα και οι άγιες εικόνες του 19ου αιώνα δεν είναι απλά κειμήλια· είναι η ζωντανή μαρτυρία των προγόνων μας που φώναζαν προς κάθε κατεύθυνση: «Εδώ είμαστε! Έλληνες, Ορθόδοξοι, Ελεύθεροι!»
Χρειάστηκε να περάσουν 153 χρόνια λήθης, μέχρι τις 6 Ιουλίου του 2003, όταν χάρη στις άοκνες προσπάθειες του Ελαφονησιώτη Πανεπιστημιακού και Ιστορικού Κωνσταντίνου Σπ. Μέντη, το κράτος αναγνώρισε επίσημα την ημέρα αυτή ως Εθνική Εορτή του νησιού (Π.Δ. 54/2003) μετά την ομόφωνη απόφαση του τότε Νομαρχιακού Συμβουλίου Λακωνίας.
Ένα Σύνορο Ψυχής – Ένα Μεγάλο «Ναι» στην Ελλάδα
Σήμερα, η Ελαφόνησος δεν είναι απλά ένα σημείο στον γεωγραφικό χάρτη. Είναι ένα μνημείο της ελληνικής Ιστορίας. Μπορεί σήμερα να φαντάζει στα μάτια των ξένων σαν ένας επίγειος, καλοκαιρινός παράδεισος με διάφανες ακτές, όμως για εμάς, κάθε κόκκος της χρυσής της άμμου είναι ποτισμένος με τον ιδρώτα και το πείσμα των πατεράδων μας. Αυτό το πείσμα συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας, καθώς το νησί διατηρεί με περηφάνεια έναν από τους μεγαλύτερους παραδοσιακούς αλιευτικούς στόλους στην Ελλάδα, κρατώντας τη ναυτοσύνη ζωντανή.
Η Ελαφόνησος είναι τρόπος ζωής. Είναι το χρέος να κρατάς την παράδοση ζωντανή. Είναι η περηφάνεια να κοιτάς το μέλλον χωρίς να προδίδεις τις θυσίες του παρελθόντος.
Καθώς οι καμπάνες του Αγίου Σπυρίδωνος χτυπούν περήφανα και ο ήχος τους απλώνεται στο πέλαγος, ας αναβαπτιστούμε στην πίστη και στον πατριωτισμό μας. Η 6η Ιουλίου είναι η μεγάλη νίκη της ελληνικής Μνήμης ενάντια στη Λήθη. Είναι ένα απόρθητο σύνορο της ελληνικής ψυχής. Ας υψώσουμε τη φωνή μας και ας αναφωνήσουμε ένα μεγάλο, βροντερό «Ναι» στην ιστορία μας, ένα μεγάλο «Ναι» στο μέλλον, στην ελπίδα και στην αθάνατη Ελλάδα μας!