Γράφει ο Παναγιώτης Τζουνάκος

Στις 23 Αυγούστου του 1982, με πρωτοβουλία της τότε Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ψηφίστηκε από την Ελληνική Βουλή το νομοσχέδιο για την αναγνώριση της ενιαίας Εθνικής Αντίστασης, εναντίον των στρατευμάτων Κατοχής την περίοδο 1941-1944, για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Εντάσεις επικράτησαν μεταξύ των πολιτικών αρχηγών και των εισηγητών κατά την τριήμερη συζήτηση, με αποκορύφωση την αποχώρηση των βουλευτών της ΝΔ καθ’ υπόδειξη του αρχηγού της Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα, εκτός του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, ο οποίος μάλιστα στηλίτευσε τη στάση των ομοϊδεατών του και ψήφισε υπέρ της συνολικής αναγνώρισης της Εθνικής Αντίστασης.

Η σθεναρή αντίσταση του λαού απέναντι στις δυνάμεις του Άξονα έλαβε χώρα σε ολόκληρη την Ελληνική επικράτεια, με τη δημιουργία αντάρτικων οργανώσεων για την υπεράσπιση της πατρίδας. Ξεκίνησε αμέσως μετά την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, αρχικά από αυθόρμητες ενέργειες μεμονωμένων πολιτών και μικρών ομάδων, αλλά πολύ γρήγορα από οργανωμένες αντιστασιακές οργανώσεις. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1941 ανακοινώθηκε η ίδρυση του Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου (ΕΔΕΣ), του οποίου την πολιτική ηγεσία διεύθυνε ο στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, ενώ στρατιωτικός αρχηγός του ανέλαβε ο συνταγματάρχης Ναπολέων Ζέρβας. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 ιδρύθηκε το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), του οποίου η κεντρική επιτροπή τον Φεβρουάριο του 1942 αποφάσισε την ίδρυση ένοπλων ανταρτικών σωμάτων, στα οποία δόθηκε η ονομασία Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ). Επικεφαλής τους ορίστηκε ο γεωπόνος από τη Λαμία Θανάσης Κλάρας (Άρης Βελουχιώτης). Τον Οκτώβριο του 1942, ιδρύθηκε η οργάνωση Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση (ΕΚΚΑ). Υπήρξαν και άλλες μικρότερες αντιστασιακές οργανώσεις, οι οποίες αναγνωρίζονται από το Ελληνικό κράτος.

Παράλληλα, το 1982 καθιερώθηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση, ως επίσημος ετήσιος εορτασμός της Ελληνικής Εθνικής Αντίστασης η 25η Νοεμβρίου, ημερομηνία ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοποτάμου, εκεί που γράφτηκε μια από τις ενδοξότερες σελίδες της νεότερης Ελληνικής ιστορίας. Τη νύχτα της 25ης Νοεμβρίου του 1942 οι ενωμένες αντιστασιακές οργανώσεις ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ μαζί με Άγγλους σαμποτέρ οργάνωσαν και ανατίναξαν τη σιδηροδρομική γέφυρα προκαλώντας μεγάλη καθυστέρηση στη διέλευση των Γερμανών προς το νότο. Η γέφυρα, που έχει μήκος 211 μέτρα και ύψος 30 μέτρα, αποκαταστάθηκε το 1948. Κάθε χρόνο την ημέρα αυτή στο χώρο του μνημείου, στο μικρό ύψωμα που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από τη γέφυρα πραγματοποιείται συγκέντρωση εκπροσώπων της πολιτείας και αντιστασιακών οργανώσεων για να τιμήσουν τη γενναία πράξη, η οποία προήλθε από την ενότητα και τον αγώνα του λαού εναντίον των δυνάμεων της εισβολής, της βίας και της υποδούλωσης.

Από τα χρόνια κιόλας του εμφυλίου, το ελληνικό κράτος είχε αρχίσει να αναγνωρίζει την εθνική αντίσταση. Όμως η ΕΑΜική αντίσταση δεν είχε θέση στο εθνικό αφήγημα. Το ΕΑΜ και οι συναφείς με αυτό οργανώσεις εξαιρούνταν. Οι πρώτες μεταπολεμικές νομοθετικές ρυθμίσεις για την Εθνική Αντίσταση (Α.Ν. 971/1949 “Περί απονομής ηθικών αμοιβών εις τας εθνικάς ανταρτικάς οµάδας και εθνικάς οργανώσεις εσωτερικής αντιστάσεως”) δεν συμπεριλάμβαναν τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, της πολυπληθέστερης αντιστασιακής οργάνωσης της Κατοχής. Το ίδιο συνέβη και με όσες νομοθετικές ρυθμίσεις προέκυψαν μέχρι και τη χούντα, όπου τότε συνέβη το ντροπιαστικό: οι Ταγματασφαλίτες να αναγνωριστούν ως αντιστασιακοί με τον νόμο 179/1969.

Στις 17 Αυγούστου 1982, ο Ανδρέας Παπανδρέου μίλησε πρώτος στη Βουλή, κατά την κατάθεση του νομοσχεδίου. Μεταξύ άλλων ανέφερε: «Ήλθε τώρα η ώρα δίπλα στους ήρωες του 1821, να τοποθετήσουμε στην εθνική μας μνήμη ενωμένους αυτούς που έπεσαν στο 1940-1944. Τα στρατευμένα παιδιά του λαού που έγραψαν σελίδες δόξας στον μεγάλο αμυντικό πόλεμο. (…) Αυτούς επίσης που συνέχισαν τον αγώνα στα βουνά και στις πόλεις, φτιάχνοντας ένα μαζικό λαϊκό κίνημα με πολυβόλα και συλλαλητήρια με περιφρόνηση προς τον θάνατο, με πάθος για τη λευτεριά, με άμετρη αυτοθυσία, άνδρες και γυναίκες στην Πίνδο και στη Ρούμελη, στον Γοργοπόταμο, στην Αθήνα, στην Κοκκινιά, στο Χαϊδάρι, στην Καισαριανή, στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στις πόλεις, στα χωριά, στην Ελλάδα, στη Μέση Ανατολή, στα γερμανικά στρατόπεδα. (…) Η κυβέρνηση της Ελλάδας επιτελεί σήμερα με ευλάβεια το καθήκον της. Εγώ ως Έλληνας σήμερα αισθάνομαι υπερήφανος».

Τον Μάιο του 1984 εκτυλίχθηκε μια σημαντική σκηνή στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, με τη συνάντηση και χειραψία των δύο μεγάλων αντιπάλων κατά τον ελληνικό εμφύλιο, του Μάρκου Βαφειάδη, που για τον λόγο αυτό ήρθε από τη Ρωσία, όπου ζούσε και του Θρασύβουλου Τσακαλώτου. Η συνάντηση έγινε στην πλατεία Μαβίλη στην Αθήνα και καταγράφηκε από τις κάμερες της ιταλικής τηλεόρασης (RAI), αφού η ΕΡΤ ήταν απούσα. Η σκηνή αυτή αποτέλεσε την επισφράγιση της εθνικής συμφιλίωσης και του τερματισμού της εμφύλιας διαμάχης στην Ελλάδα. Καθοριστική ήταν η διαμεσολάβηση του τότε υφυπουργού Προεδρίας Κώστα Λαλιώτη.

Σημειώνεται ότι:

Ο Μάρκος Βαφειάδης (Καπετάν Μάρκος) ήταν κορυφαίο στέλεχος του ΚΚΕ, πρωθυπουργός των ανταρτών και ανώτατος στρατιωτικός διοικητής του Δημοκρατικού Στρατού. Το 1949 διαγράφηκε από το ΚΚΕ. Την περίοδο 1989-1990 εξελέγη βουλευτής Επικρατείας με το ΠΑΣΟΚ.

Ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος ήταν επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου Στρατού στον πόλεμο του ’40. Δήλωσε αργότερα ότι ο Μάρκος υπήρξε ο πιο άξιος αντίπαλός του.

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις