Μια αλήθεια και μια υπόσχεση
Γράφει ο Γιώργος Πουλοκέφαλος
Σήμερα το μεσημέρι συνάντησα μετά από καιρό το Δημήτρη, παλιό φίλο και κοντοχωριανό μου. Και πίνοντας τον καφέ, άρχισε να μου εξιστορεί τη δική του αλήθεια:
«Ρε συ, ακόμα δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Έχασα το σπίτι μου!
Δεν ήταν απλώς ένα ακίνητο. Εκεί μεγαλώσαμε τα παιδιά μας, εκεί περάσαμε τις καλές και τις δύσκολες στιγμές μας. Το φτιάξαμε με δουλειά και στερήσεις και το πληρώναμε όσο μπορούσαμε.
Ώσπου ήρθαν τα δύσκολα. Η κρίση, το δάνειο, οι δόσεις, οι υποχρεώσεις… Κάποια στιγμή δεν έβγαινε. Και δεν έμεινα με σταυρωμένα χέρια. Έτρεξα, ζήτησα ρύθμιση, προσπάθησα να βρω μια λύση. Δεν έλεγα “δεν πληρώνω”. Έλεγα “βοηθήστε με να μπορώ να πληρώνω”.
Μόνο που, τελικά, αισθάνθηκα ότι ο άνθρωπος πίσω από το δάνειο είχε χαθεί μέσα στους αριθμούς!
Και ξέρεις τι με πονάει περισσότερο; Έχω ένα παιδί που σπουδάζει και ένα δεύτερο που ετοιμάζεται να δώσει Πανελλήνιες. Θα έπρεπε τώρα να έχω το μυαλό μου στο πώς θα στηρίξω τα παιδιά μου. Ο ένας να τελειώσει τη σχολή του, ο άλλος να κυνηγήσει το όνειρό του.
Αντί γι’ αυτό, σκέφτομαι πού θα μείνουμε.
Και θυμάμαι εκείνο το “κανένα σπίτι σε χέρια τραπεζίτη”. Το ακούσαμε, το πιστέψαμε, το κρατήσαμε σαν ελπίδα. Για μένα όμως έμεινε μια ανεκπλήρωτη υπόσχεση!
Την ίδια ώρα έβλεπα τους κερδοσκόπους να αγοράζουν δάνεια και περιουσίες και να τα αντιμετωπίζουν όλα σαν μια ευκαιρία για κέρδος. Κι εμείς οι δανειολήπτες να ψάχνουμε απλώς λίγο χρόνο και μια ρύθμιση για να μη χάσουμε ότι με τόσο κόπο αποκτήσαμε.
Και μέσα σε όλα αυτά πέρασαν δύο Κυβερνήσεις. Άκουσα υποσχέσεις και μέτρα, αλλά η δική μου ιστορία τελείωσε διαφορετικά. Για επαναφορά του Νόμου Κατσέλη τσιμουδιά ! Από κανέναν !
Δεν ζητούσα να μου χαρίσουν τίποτα. Ζητούσα μια πραγματική ευκαιρία να κρατήσω το σπίτι μου!
Ξέρεις τι είναι να έρχονται ένα πρωί δύο περιπολικά της Αστυνομίας μαζί με τον κλητήρα και να σου λένε πάρε ότι πρόχειρο μπορείς και σου χρειάζεται γιατί σε μία ώρα το σπίτι θα σφραγιστεί ! Δεν είναι πλέον δικό σου!
Πήρα ότι μπόρεσα, κοντοστάθηκα, το κοίταξα ! ‘Ενιωσα τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια μου, είπα τελείωσα».
Σηκωθήκαμε μετά από λίγο να φύγουμε, με τι κουράγια βέβαια και τι να πεις!
Και αφού κάνει δυο βήματα μου λέει :
«Θέλω να γράψεις κάτι».
Κούνησα καταφατικά, το κεφάλι. Δεν έβγαινε κουβέντα!