Γράφει ο Χρήστος Ηλ. Τσίχλης*

Το δικαίωμα της απεργίας και το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη αποτελούν δύο θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα στην Ελλάδα. Το πρώτο προστατεύει συλλογικά τα εργασιακά συμφέροντα και το δεύτερο την ατομική νομική προστασία, αλλά και τα δύο αποτελούν βασικούς πυλώνες μιας δημοκρατικής κοινωνίας.

Το δικαίωμα της απεργίας ασκείται αποκλειστικά μέσω των νομίμως συνεστημένων συνδικαλιστικών οργανώσεων (όχι μεμονωμένα από έναν πολίτη). Το Σύνταγμα προβλέπει περιορισμούς: διάθεση προσωπικού ασφαλείας, συγκεκριμένες προειδοποιήσεις (π.χ. 24 ή 48 ώρες πριν), απαγορέυσεις στα σώματα ασφαλείας- δικαστικούς.

Το δικαίωμα προσφυγής στην Δικαιοσύνη, ανήκει σε κάθε πολίτη ξεχωριστά (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) και δεν εξαρτάται από συλλογικούς φορείς.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) αναγνωρίζει πάγια ότι περιβαλλοντικές οργανώσεις ή τοπικοί σύλλογοι, έχουν δικαίωμα να προσφύγουν και να ζητήσουν την ακύρωση μιας διοικητικής πράξης (π.χ. μιας παράνομης οικοδομικής άδειας, μιας επένδυσης που καταστρέφει ένα δάσος ή ενός έργου που θίγει την πολιτιστική κληρονομιά ή μίας παράνομης χωματερής ή έργο που θίγει το δημόσιο συμφέρον).

Τα εργατικά συνδικάτα και οι ομοσπονδίες (π.χ. ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ), μπορούν να προσφύγουν στα δικαστήρια για να προσβάλουν ρυθμίσεις που θίγουν συνολικά έναν κλάδο εργαζομένων ή για να υπερασπιστούν το δικαίωμα της απεργίας.

Στο Αστικό Δίκαιο, ο νόμος για την προστασία των καταναλωτών (Ν. 2251/1994) επιτρέπει στις αναγνωρισμένες Ενώσεις Καταναλωτών να ασκούν συλλογικές αγωγές ( μία Ένωση μπορεί να προσφύγει δικαστικά κατά μιας τράπεζας, κατά funds, εισπρακτικών εταιρειών κλπ) .

Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι ,κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Συντάγματος της Ελλάδας. Το άρθρο 23 του Συντάγματος, αναφέρει ότι η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων.

Το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη (ή δικαίωμα δικαστικής προστασίας) αποτελεί θεμελιώδες πυλώνα κάθε δημοκρατικού κράτους δικαίου. Στην ελληνική έννομη τάξη, κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος.

Το δικαίωμα αυτό προστατεύεται εξίσου σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, κυρίως μέσω του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) για το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ για το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, καθώς και του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, περιλαμβάνει:

  1. Δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στα δικαστήρια: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, Έλληνας ή αλλοδαπός, έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη μεσολάβηση των δικαστηρίων για να επιλύσει μια διαφορά ή να προστατεύσει τα συμφέροντά του.
  2. Δικαίωμα δικαστικής ακρόασης: Το δικαστήριο υποχρεούται να ακούσει τα επιχειρήματα, τις απόψεις και τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος προτού εκδώσει απόφαση.
  3. Δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (Fair Trial): Περιλαμβάνει την απαίτηση για ανεξάρτητα, αμερόληπτα και νόμιμα ιδρυμένα δικαστήρια, τη δημόσια συνεδρίαση και την έκδοση αιτιολογημένης απόφασης.
  4. Αναλογικότητα των περιορισμών: Ο κοινός νομοθέτης μπορεί να θέτει ορισμένες δικονομικές προϋποθέσεις (π.χ. προθεσμίες, παράβολα, δικαστικά έξοδα), όμως αυτές δεν επιτρέπεται να καθιστούν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή.

Σε πολλές περιπτώσεις, ο νόμος απαιτεί να προηγηθεί μια διοικητική ή ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον της ίδιας της διοίκησης, προ της προσφυγής στην Δικαιοσύνη. Αν ο πολίτης δεν εξαντλήσει πρώτα αυτό το στάδιο, η μετέπειτα προσφυγή του στο δικαστήριο θα απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Ανάλογα με τη φύση της διαφοράς, το δικαίωμα προσφυγής εξειδικεύεται σε τρεις μεγάλους κλάδους της δικαιοσύνης:

  • Αστική Δικαιοσύνη: Για διαφορές μεταξύ ιδιωτών (π.χ. οικογενειακά ζητήματα, κληρονομικά, αθέτηση συμβολαίων, χρέη) μέσω της κατάθεσης αγωγής ή αίτησης ασφαλιστικών μέτρων.
  • Ποινική Δικαιοσύνη: Για την τιμωρία αδικημάτων μέσω της υποβολής έγκλησης ή μήνυσης από το θύμα, ή μέσω της προσφυγής του κατηγορουμένου κατά δυσμενών διατάξεων.
  • Διοικητική Δικαιοσύνη: Για διαφορές του πολίτη με το Κράτος ή δημόσιους φορείς (π.χ. φορολογικά πρόστιμα, παράνομες διοικητικές πράξεις).

Τα αρνητικά:

Η ελληνική δικαιοσύνη χαρακτηρίζεται διαχρονικά ως μία από τις πιο αργές και δαπανηρές στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τις καθυστερήσεις να λειτουργούν συχνά ως αρνησιδικία για τους πολίτες και «φρένο» για την οικονομία.

Για να ξεκινήσει μια δίκη, απαιτούνται μεγαρόσημα, κρατικά παράβολα άσκησης ενδίκων μέσων (π.χ. έφεσης), δικαστικό ένσημο (στις καταψηφιστικές αγωγές) και έξοδα επίδοσης από δικαστικούς επιμελητές. Η οικονομική ζημία πολλαπλασιάζεται, εξαιτίας της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης.

Η υπερβολική καθυστέρηση στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων, οφείλεται στην:

  1. Έλλειψη Ψηφιοποίησης: Μεγάλο μέρος της καθημερινής λειτουργίας των δικαστηρίων βασίζεται ακόμα σε χειρόγραφες διαδικασίες και τεράστιους όγκους φυσικών εγγράφων.
  2. Έλλειψη προσωπικού: Υπάρχει δραματική έλλειψη δικαστικών υπαλλήλων (γραμματέων), με αποτέλεσμα οι δικαστές να επιφορτίζονται με γραφειοκρατικά καθήκοντα.
  3. Στην Ελλάδα παρατηρείται η τάση να οδηγούνται στα δικαστήρια υποθέσεις που σε άλλες χώρες θα είχαν επιλυθεί εξωδικαστικά ( φιλοδικία).

Η προκήρυξη για την πρόσληψη προσωπικού στα δικαστήρια, είναι έτοιμη και για την αποφυγή των δικαστηρίων, ο νόμος προωθεί πλέον εναλλακτικούς θεσμούς επίλυσης διαφορών, όπως η Διαμεσολάβηση (ιδίως σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις) και η Διαιτησία, οι οποίες προσφέρουν λύσεις μέσα σε λίγες εβδομάδες ή μήνες, μειώνοντας αισθητά το κόστος.

Με το Νόμο 5095/2024, το Υπουργείο Δικαιοσύνης, προχώρησε για πρώτη φορά στη μαζική μεταφορά μη συγκρουσιακών (εκουσίων) διαδικασιών από τους δικαστές, απευθείας στους δικηγόρους.

Η βασική φιλοσοφία του μέτρου είναι απλή: οι δικαστές πρέπει να απαλλαγούν από καθαρά γραφειοκρατικές και τυπικές πράξεις, ώστε να αφιερώνουν τον χρόνο τους αποκλειστικά στην επίλυση πραγματικών νομικών διαφορών (δικαστικών μαχών) επιταχύνοντας έτσι τους ρυθμούς της δικαιοσύνης.

Οι δικηγόροι λειτουργούν πλέον ως «δημόσιοι λειτουργοί» και διεκπεραιώνουν τις εξής υποθέσεις: Έκδοση Κληρονομητηρίων, Συναινετικές Προσημειώσεις Υποθηκών (Εγγραφή και Εξάλειψη), Ένορκες Βεβαιώσεις, Αποδοχές και Αποποιήσεις Κληρονομιάς και Προέλεγχος Καταστατικών Σωματείων.

(*) Δικηγόρος Αθηνών - Συνταγματολόγος- διδάκτωρ εκκλησιαστικού δικαίου

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
* Τα άρθρα δεν απηχούν απαραίτητα τη γνώμη του notospress.gr