Τα νέα δικαιώματα του/της συντρόφου και η ελεύθερη ένωση προσώπων
Γράφει ο Χρήστος Ηλ. Τσίχλης*
Με τον νέο νόμο 5303/2026 επιχειρείται μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών στο ελληνικό Κληρονομικό Δίκαιο.
Με την τροποποίηση του άρθρου 1812 του Αστικού Κώδικα, ο/η σύντροφος με σύμφωνο συμβίωσης εξομοιώνεται με τον σύζυγο ως προς:
την εξ αδιαθέτου διαδοχή,
τη νόμιμη μοίρα,
αλλά και το δικαίωμα στο λεγόμενο «εξαίρετο», δηλαδή τη διατήρηση ορισμένων οικογενειακών αντικειμένων.
Ο εκμισθωτής δεν μπορεί πλέον να καταγγείλει έγκυρα τη μίσθωση χωρίς να ενημερώσει και το πρόσωπο που συμβιώνει με τον μισθωτή, αναγνωρίζοντας ότι η κατοικία αφορά ουσιαστικά και τους δύο συντρόφους.
Με βάση την τροποποίηση του άρθρου 612 ΑΚ για την περίπτωση θανάτου του μισθωτή, ορίζεται : «Στην περίπτωση που το μίσθιο χρησίμευε (…) ως οικογενειακή στέγη (…) τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τη μίσθωση περιέρχονται αποκλειστικά στον σύζυγο ή στον σύντροφο με σύμφωνο συμβίωσης.»
Το νέο πλαίσιο, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στο σύμφωνο συμβίωσης.
Για πρώτη φορά, το ελληνικό κληρονομικό δίκαιο αναγνωρίζει — υπό προϋποθέσεις — και δικαιώματα σε πρόσωπα που συζούσαν με τον κληρονομούμενο σε σταθερή ελεύθερη ένωση, χωρίς γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης.
Η σημαντική αυτή αλλαγή αποτυπώνεται στο νέο άρθρο 1817 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι «Αν στην κληρονομία δεν καλείται σύζυγος, το κατά το άρθρο 1810 εξαίρετο περιέρχεται στο πρόσωπο με το οποίο ο κληρονομούμενος συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών (3) ετών πριν από τον θάνατό του ή χωρίς χρονικό περιορισμό, αν είχε αποκτήσει κοινά τέκνα με τον κληρονομούμενο. Αν δεν καλείται σύζυγος και στην κληρονομία περιλαμβάνεται ακίνητο το οποίο χρησίμευε όσο ζούσε ο κληρονομούμενος ως ο κύριος τόπος διαμονής του ίδιου και του προσώπου με το οποίο εκείνος συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση, το πρόσωπο αυτό δικαιούται (…) την αποκλειστική χρήση του ακινήτου χωρίς αντάλλαγμα για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους από τον θάνατο του κληρονομουμένου. Αν στην κληρονομία δεν καλείται σύζυγος ή συγγενής του κληρονομουμένου, αυτή περιέρχεται στο πρόσωπο με το οποίο ο κληρονομούμενος συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση (…)»
Η διάταξη προβλέπει ότι το πρόσωπο που συζούσε μόνιμα με τον κληρονομούμενο μπορεί, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις:
να αποκτήσει το δικαίωμα στο «εξαίρετο»,
να διατηρήσει προσωρινά τη χρήση της κατοικίας,
ακόμη και να κληρονομήσει όταν δεν υπάρχουν σύζυγος ή συγγενείς.
Για να αναγνωριστούν τα δικαιώματα αυτά απαιτείται, κατά κανόνα, μόνιμη συμβίωση τουλάχιστον τριών ετών πριν από τον θάνατο, εκτός αν υπάρχουν κοινά τέκνα, οπότε δεν απαιτείται χρονικός περιορισμός ( κοινή συμβίωση τουλάχιστον 3 ετών ή κοινά τέκνα).
Ο νέος νόμος εισάγει ειδική δικαστική διαδικασία μέσω του άρθρου 812Α ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι «Το δικαστήριο της κληρονομίας βεβαιώνει τις προϋποθέσεις κτήσης του κληρονομικού δικαιώματος του προσώπου που συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση με τον κληρονομούμενο (…)»
Έτσι, το δικαστήριο καλείται πλέον να διαπιστώσει αν υπήρχε πράγματι σταθερή και μόνιμη συμβίωση, ενώ προβλέπεται και υποχρεωτική κλήτευση του Ελληνικού Δημοσίου.
Οι νέες ρυθμίσεις του ν. 5303/2026 αποτυπώνουν συνολικά μια σαφή μετατόπιση του ελληνικού δικαίου προς την αναγνώριση διαφορετικών μορφών οικογενειακής ζωής και συμβίωσης.
Παρότι αρκετά ζητήματα θα κριθούν στην πράξη από τα δικαστήρια και την ερμηνεία των νέων διατάξεων, είναι σαφές ότι το νέο Κληρονομικό Δίκαιο επιχειρεί να ανταποκριθεί στις πραγματικές κοινωνικές συνθήκες και στις σύγχρονες μορφές οικογενειακής ζωής.
Το «κλειδί» για την αναγνώριση των νέων δικαιωμάτων βρίσκεται σε δύο χρονικά ορόσημα: τη διάρκεια της συμβίωσης και την προθεσμία υποβολής αίτησης στη Δικαιοσύνη.
Ο επιζών σύντροφος μπορεί, μέσα σε τέσσερις μήνες από τον θάνατο, να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να διαπιστωθεί αν πληρούται η βασική προϋπόθεση του νόμου – η τριετής κοινή ζωή με τον κληρονομούμενο.
Ο σύντροφος διατηρεί την οικοσκευή, μπορεί να παραμείνει στην κοινή κατοικία για ένα έτος και, εφόσον έχει προσφέρει ουσιώδη βοήθεια χωρίς αντάλλαγμα, δικαιούται χρηματική αποζημίωση.
Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, αυξάνεται το ποσοστό της νόμιμης μοίρας για τον επιζώντα σύζυγο ή σύντροφο.
Ο νομοθέτης στοχεύει στην ενίσχυση της προστασίας του, ανεβάζοντας το ποσοστό από 25% σε 33,3%, δηλαδή στο 1/3 της κληρονομιάς όταν υπάρχει ένα παιδί.
Αν υπάρχουν δύο ή περισσότερα παιδιά, το ποσοστό παραμένει στο 25%.
Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν παιδιά, ο επιζών σύζυγος προηγείται πλέον των γονέων, ξαδέλφων ή άλλων συγγενών με κληρονομικό δικαίωμα.
Ο σύντροφος αποκτά «δικαίωμα στο εξαίρετο», δηλαδή αποτρέπεται η μεταβίβαση της περιουσίας στο Δημόσιο – όπως συμβαίνει συχνά σήμερα – και αυτή μπορεί να κληρονομηθεί από τον επιζώντα σύντροφο.
Με βάση τον νέο νομο, ο επιζών εντάσσεται στην πέμπτη τάξη της κληρονομικής διαδοχής, αποκτώντας δικαίωμα κληρονομίας εφόσον δεν υπάρχουν άλλα πρόσωπα που καλούνται εκ του νόμου (παιδιά, σύζυγος ή γονείς).
Η εξ' αδιαθέτου διαδοχή είναι ο νόμιμος τρόπος κληρονόμησης της περιουσίας όταν ο θανών δεν έχει αφήσει διαθήκη ή όταν η διαθήκη είναι άκυρη.
Οι συγγενείς του θανόντος χωρίζονται σε έξι τάξεις και καλούνται να κληρονομήσουν με αυστηρή σειρά.
Η κάθε επόμενη τάξη καλείται μόνο αν δεν υπάρχουν κληρονόμοι στην προηγούμενη.
Στην πρώτη τάξη καλούνται οι κατιόντες του κληρονομουμένου( παιδιά και εγγόνια).
Στην δέυτερη τάξη ( εάν δεν υπάρχουν κατιόντες της πρώτης τάξης), καλούνται οι γονείς, τα αδέλφια του κληρονομουμένου και οι κατιόντες των τελευταίων ( ανήψια του κληρονομουμένου).
Στην τρίτη τάξη ( εάν δεν υπάρχουν τα πρόσωπα της δέυτερης τάξης) καλείται πλέον μόνο ο επιζών σύζυγος σε ολόκληρη την κληρονομία.
Εάν δεν υπάρχει σύζυγος, στην τέταρτη τάξη καλούνται οι παππούδες και οι γιαγιάδες του αποβιώσαντος και από τους κατιόντες αυτών, τα τέκνα και οι εγγονοί τους.
Μία ακόμα σημαντική αλλαγή του κληρονομικού δικαίου, συνιστά η εισαγωγή για πρώτη φορά στην πέμπτη τάξη, του επιζώντος συντρόφου στο σύνολο της κληρονομίας, σε περίπτωση έλλειψης συγγενών και επιζώντος συζύγου των προηγούμενων τάξεων.
Τέλος, αν δεν κληρονομεί κανένας από τους κληρονόμους που καλούνται κατά το νόμο, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος καλείται το Δημόσιο (έκτη τάξη).
Στην πρώτη τάξη, ο σύζυγος λαμβάνει το 25% , στην δέυτερη τάξη το 50% και στην τρίτη τάξη το 100%.
Η ελεύθερη ένωση προσώπων (η συζίωση χωρίς γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης) αποκτά πλέον δικαιώματα στη νόμιμη μοίρα και στις κληρονομιές στην Ελλάδα βάσει της μεταρρύθμισης του Κληρονομικού Δικαίου που ισχύει από τον Σεπτέμβριο του 2026.
Βασικές Προϋποθέσεις:
- Μόνιμη συμβίωση: Απαιτείται αποδεδειγμένη, μόνιμη συμβίωση.
-Διάρκεια: Η συμβίωση πρέπει γενικά να έχει διαρκέσει τουλάχιστον 3 έτη.
-Εξαίρεση διάρκειας: Το χρονικό όριο των 3 ετών δεν απαιτείται αν ο αποβιώσας είχε αποκτήσει κοινό παιδί με τον σύντροφό του.
Με το νέο δίκαιο, ο επιζών σύντροφος σε σταθερή ελεύθερη ένωση αποκτά για πρώτη φορά αναγνωρισμένα δικαιώματα, όμως αυτά είναι περιορισμένα και υπό αυστηρές προϋποθέσεις (π.χ. τριετής συμβίωση και απουσία γάμου).
Η νόμιμη μοίρα τους υπολογίζεται αναλογικά με βάση τη νέα θέση που τους επιφυλάσσει ο νόμος στην εξ αδιαθέτου διαδοχή, μετατρέποντας και αυτή την αξίωση σε χρηματική.
Με το νέο Κληρονομικό Δίκαιο (Νόμος 5303/2026), η διεκδίκηση της νόμιμης μοίρας αλλάζει ριζικά.
Επειδή πλέον δεν αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα (δηλαδή μερίδιο σε σπίτια, οικόπεδα ή αντικείμενα) αλλά καθαρά χρηματική αξίωση, ο δικαιούχος δεν στρέφεται κατά της κυριότητας των ακινήτων, αλλά απαιτεί την καταβολή του αντίστοιχου χρηματικού ποσού από τους εγκατεστημένους κληρονόμους.
Το πρώτο βήμα είναι η πλήρης απογραφή και αποτίμηση της πραγματικής αξίας της κληρονομιαίας περιουσίας (ακίνητα, καταθέσεις, μετοχές κ.λπ.) κατά τον χρόνο θανάτου.
Ο μεριδούχος (δικαιούχος) αποστέλλει εξώδικο στους αναγραφόμενους στη διαθήκη κληρονόμους, προσδιορίζοντας το ποσό που του αναλογεί βάσει της νόμιμης μοίρας του και καλώντας τους να το καταβάλουν.
Αν οι κληρονόμοι συμφωνήσουν, υπογράφεται σχετική πράξη (συχνά συμβολαιογραφική) για τον τρόπο και τον χρόνο καταβολής των χρημάτων, αποφεύγοντας τα δικαστήρια.
Αν οι εγκατεστημένοι κληρονόμοι αρνηθούν ή διαφωνούν με το ύψος του ποσού, ο δικαιούχος ασκεί Αγωγή περί Νόμιμης Μοίρας.
Ο δικαστής δεν θα επιδικάσει πλέον «ποσοστό επί του ακινήτου», αλλά θα υποχρεώσει τους εναγόμενους κληρονόμους να πληρώσουν συγκεκριμένο χρηματικό ποσό.
Αν εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση και οι κληρονόμοι δεν πληρώσουν, ο δικαιούχος μπορεί πλέον να προχωρήσει σε κατασχέσεις (τραπεζικών λογαριασμών ή ακόμα και της ίδιας της κληρονομιαίας περιουσίας) για να εισπράξει τα χρήματά του.
Αν ο θανών είχε μεταβιβάσει την περιουσία του όσο ζούσε μέσω δωρεών, με αποτέλεσμα η εναπομείνασα περιουσία να μην επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα, ο νόμος προβλέπει την αξίωση συμπλήρωσης (Αξίωση Συμπλήρωσης -Πρώην Μέμψη Άστοργης Δωρεάς).
Ο δικαιούχος στρέφεται δικαστικά κατά των προσώπων που έλαβαν τις δωρεές.
Η συγκεκριμένη αξίωση υπόκειται πλέον σε τριετή (3) παραγραφή.
Αν η διεκδίκηση αφορά σύντροφο σε ελεύθερη ένωση, στο δικαστήριο (ή στο εξώδικο) πρέπει πρώτα να αποδειχθεί η συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων:
-Προσκόμιση εγγράφων που αποδεικνύουν την κοινή, μόνιμη στέγη και τη σταθερότητα της σχέσης (π.χ. κοινά μισθωτήρια, φορολογικές δηλώσεις, λογαριασμοί, πιστοποιητικά γέννησης κοινών τέκνων).
-Απόδειξη ότι η συμβίωση είχε κλείσει τουλάχιστον 3 χρόνια συνεχόμενης διάρκειας πριν από τον θάνατο (εκτός αν υπάρχει κοινό παιδί).
Αν ο θανών αφήσει με διαθήκη την περιουσία του αλλού, ο σύντροφος της ελεύθερης ένωσης δεν μπορεί να προσβάλει τη διαθήκη για να ζητήσει «νόμιμη μοίρα», όπως έχουν δικαίωμα να κάνουν τα παιδιά, οι γονείς ή ο/η σύζυγος.
Παρόλο που δεν έχει αυτόματο δικαίωμα νόμιμης μοίρας, ο νέος κληρονομικός νόμος του 2026, του παρέχει σημαντικά εφόδια:
-Δικαίωμα Οίκησης: Ο επιζών σύντροφος δικαιούται να παραμείνει και να χρησιμοποιεί αποκλειστικά την κύρια κατοικία όπου διέμεναν μαζί για ένα (1) έτος από τον θάνατο (εφόσον δεν υπάρχει εν ζωή νόμιμος σύζυγος).
-Κινητά Πράγματα: Του περιέρχονται τα έπιπλα και τα σκεύη του νοικοκυριού (οικοσκευή).
-Χρηματική Αποζημίωση για Συνεισφορά: Αν ο σύντροφος είχε συμβάλει αποδεδειγμένα στην επαύξηση ή τη διατήρηση της περιουσίας του θανόντος (χωρίς να έχει λάβει ανταλλάγματα όσο ζούσαν), δικαιούται να εγείρει χρηματική αξίωση για αποζημίωση έναντι των εγκατεστημένων κληρονόμων.
(*) Δικηγόρος Αθηνών - Συνταγματολόγος- διδάκτωρ εκκλησιαστικού δικαίου