Η ιστορική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για την πρώτη κατοικία
Γράφει ο Χρήστος Ηλ. Τσίχλης*
Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, καταλαμβάνει όλες εκείνες τις περιπτώσεις οφειλών πολιτών προς το Δημόσιο, τις Δ.Ο.Υ., τους ΟΤΑ, τα ασφαλιστικά Ταμεία, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, κ.λπ.. Δηλαδή, καταλαμβάνει όλες εκείνες τις οφειλές που εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).
Απαγορεύει την κατάσχεση και τον πλειστηριασμό πρώτης κατοικίας, για χρέη στο δημόσιο και η ανακοπή μπορεί να ασκηθεί οποτεδήποτε. Με την απόφαση 1404/2026, το Συμβούλιο της Επικρατείας θέτει όρια στην αναγκαστική εκτέλεση, ενώ δέχεται ότι η παρανομία μπορεί να προβληθεί ακόμη και με ανακοπή κατά του προγράμματος πλειστηριασμού.
Το ΣΤ τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάνθηκε ότι ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή σε οποιοδήποτε χρονικό στάδιο της διαδικασίας του πλειστηριασμού, δηλαδή ακόμα και στο τελικό στάδιο της κατασχετήριας έκθεσης και όχι μόνο στο αρχικό, όπως ίσχυε μέχρι σήμερα.
Ειδικότερα, η ανακοπή μπορεί να υποβληθεί από τη στιγμή που κοινοποιείται η κατασχετήρια έκθεση για το ακίνητο μέχρι και την έκδοση του προγράμματος πλειστηριασμού. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή σε σχέση με όσα ίσχυαν προηγουμένως, καθώς μέχρι σήμερα είχε γίνει δεκτό ότι η συγκεκριμένη δυνατότητα περιοριζόταν στο αρχικό στάδιο, δηλαδή κατά της κατασχετήριας έκθεσης.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την απόφασή του απαγορεύει την κατάσχεση και τον πλειστηριασμό πρώτης κατοικίας, για χρέη στο δημόσιο, όταν αυτή αποτελεί οικογενειακή στέγη, όταν υπάρχουν και άλλα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, που μπορούν να κατασχεθούν και να συμπληρώσουν το ύψος του χρέους.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, συνδέει τη νομιμότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης με τη συνταγματική προστασία της κατοικίας, της οικογενειακής ζωής και την αρχή της αναλογικότητας.
Δεν αρκεί, δηλαδή, η επίκληση της ανάγκης είσπραξης δημοσίων εσόδων, αλλά απαιτείται τεκμηρίωση ότι η επιλογή της κατοικίας ήταν αναγκαία και ότι δεν υπήρχαν ηπιότερα μέσα για την επίτευξη του ίδιου σκοπού.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του ΣΤ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με το Σύνταγμα «η κατοικία των ανθρώπων, ως στοιχείο ουσιώδες για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας» και ως εκ τούτου πρέπει να προστατεύεται ως ύψιστο έννομο αγαθό.
Η πρώτη κατοικία «ανάγεται στην προστασία θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τελούντων υπό την εγγύηση του κράτους και υποχρεούνται να διασφαλίζουν, ώστε να είναι αποτελεσματική, όλα τα κρατικά όργανα, κατά χαρακτηριστική διατύπωση του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος».
Σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, αλλά και «την απορρέουσα ευθέως από την αρχή του κράτους δικαίου, αρχή της αναλογικότητας, οσάκις η επιδίωξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος χωρεί με τη λήψη μέτρου που έχει ως συνέπεια την στέρηση της κατοικίας ορισμένου προσώπου, πρέπει, για την εγκυρότητα κάθε πράξης που κατατείνει στην πραγμάτωση του μέτρου, από οποιαδήποτε κρατικό όργανο και αν εκδίδεται και σε κάθε στάδιο της οικείας διαδικασίας, να αποδεικνύεται ότι το μέτρο ήταν απολύτως αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι είχε δηλαδή εξαντληθεί πριν, κάθε προσπάθεια να ικανοποιηθεί ο δημόσιος σκοπός με άλλα, πρόσφορα πλην ηπιότερα μέτρα.
Η κατάσχεση ακινήτου του οφειλέτη που αποδεδειγμένα αποτελεί τη μόνη του κατοικία (εκείνου και της οικογένειάς του) τότε μόνο είναι νόμιμη, όταν έχει προηγουμένως ερευνηθεί και τεκμηριωμένα αποκλεισθεί η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων πρόσφορων για να ικανοποιηθεί μέσω αυτών η συγκεκριμένη αξίωση. Στην αντίθετη περίπτωση, η επιλογή προς τούτο του ακινήτου της κατοικίας δεν είναι νόμιμη».
Η παρανομία δεν αφορά μόνο την κατασχετήρια έκθεση, αλλά και τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας των πλειστηριασμών.
«Η στέρηση της κατοικίας πρέπει υποχρεωτικά να αποτελεί έσχατο μέσο και όχι την πρώτη επιλογή των αρχών για την είσπραξη δημόσιων οφειλών» αναφέρουν οι Συμβουλοι του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου.
Ταυτόχρονα, διαρκείς είναι οι πολιτικές προτάσεις από κόμματα για νομοθετική αυτοτελή προστασία της κύριας κατοικίας με συγκεκριμένα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, καθώς και κινητοποιήσεις για το στεγαστικό ζήτημα.
Το άρθρο 21 παρ. 4 του Συντάγματος προβλέπει την προστασία της πρώτης κατοικίας ως κοινωνικού δικαιώματος.
Η κατοικία, όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αποτελεί προϋπόθεση για την απόλαυση σωρείας ατομικών δικαιωμάτων, όπως του δικαιώματος στην προσωπική ανάπτυξη και την ιδιωτική ζωή (άρθρα 5 παρ. 1 και 9 παρ. 1 Σ αντίστοιχα), καθώς δύσκολα αυτά πραγματώνονται αληθινά και ουσιαστικά όταν ο άνθρωπος στερείται ένα καταφύγιο, ασφάλεια και στοιχειώδη υγιεινή. Καθίσταται, λοιπόν, εμφανής η σύνδεση της κατοικίας με την αξιοπρεπή διαβίωση του ανθρώπου.
Η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, ή μάλλον ορθότερα η αξία του ανθρώπου αποτελεί θεμελιώδη για την ελληνική έννομη τάξη γενική αρχή, όπως καταστρώνεται στο αρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος.
Το άρθρο 21 παρ. 4 του Συντάγματος προβλέπει την προστασία της πρώτης κατοικίας ως κοινωνικού δικαιώματος.
Προς το παρόν, όπως ερμηνεύεται και εφαρμόζεται το άρθρο 21 μόνο κατευθυντήριες γραμμές μπορεί να παρέχει για την προστασία της κατοικίας, διαμορφώνοντάς την ως κοινωνικό δικαίωμα.
Η κατοικία, όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αποτελεί προϋπόθεση για την απόλαυση σωρείας ατομικών δικαιωμάτων, όπως του δικαιώματος στην προσωπική ανάπτυξη και την ιδιωτική ζωή (άρθρα 5 παρ. 1 και 9 παρ. 1 Σ αντίστοιχα), καθώς δύσκολα αυτά πραγματώνονται αληθινά και ουσιαστικά όταν ο άνθρωπος στερείται ένα καταφύγιο, ασφάλεια και στοιχειώδη υγιεινή. Καθίσταται, λοιπόν, εμφανής η σύνδεση της κατοικίας με την αξιοπρεπή διαβίωση του ανθρώπου.
Η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, ή μάλλον ορθότερα η αξία του ανθρώπου αποτελεί θεμελιώδη για την ελληνική έννομη τάξη γενική αρχή, όπως καταστρώνεται στο αρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος.
Αυτή είναι που επιτάσσει την προστασία της πρώτης κατοικίας.
Η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελεί θεμέλιο του πολιτεύματος και πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, κάτι που προκύπτει ρητά από το γράμμα της διάταξης του αρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος αλλά και από τη συστηματική ερμηνεία του, καθώς τοποθετείται αμέσως μετά το άρθρο 1 που ορίζει τη μορφή του πολιτεύματος και κατοχυρώνει τη λαϊκή κυριαρχία.
Η εν λόγω αρχή έχει πλήρη κανονιστική ισχύ και επιτάσσει στην Πολιτεία τόσο την αποχή από πράξεις που εργαλειοποιούν τον άνθρωπο όσο και την προάσπιση της αξίας του με τη λήψη θετικών μέτρων.
Νομολογιακά δε, το άρθρο 2 παρ. 1 Συντάγματος έχει υπάρξει πυλώνας του νομικού συλλογισμού για την προστασία της αξιοπρεπούς διαβίωσης καθώς και των αγαθών ή υπηρεσιών ζωτικής σημασίας.
Πέραν από τη θέση της νομολογίας και τις ενστάσεις για την αγωγιμότητα των κοινωνικών δικαιωμάτων, μέσα από την ερμηνεία του, το Σύνταγμα του 1975 ως ο ανώτατος νόμος της Πολιτείας κατοχυρώνει την προστασία της πρώτης κατοικίας στο αρ. 2 παρ. 1 σε συνδυασμό με το αρ. 21 παρ. 4 του Συντάγματος.
Η υπόθεση που έφτασε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αφορούσε σε εκπλειστηριασμό μεζονέτας στο Μοσχάτο, ιδιοκτησίας 50-50% μεταξύ του ιδιοκτήτης βιομηχανικής εταιρείας και της συζύγου του.
Το ακίνητο βγήκε στον πλειστηριασμό για χρέη της εταιρείας στο δημόσιο 142.917 ευρώ.
Η αξία της μισής κατοικίας (μερίδιο διευθύνοντος συμβούλου βιομηχανίας) εκτιμήθηκε στα 100.000 ευρώ και η τιμή πρώτης προσφοράς καθορίστηκε στις 80.000 ευρώ.
Ο διευθύνων σύμβουλος άσκησε ανακοπή στον προγραμματισμένο πλειστηριασμό, στη λογική ότι με το να ενταχθεί σε πρόγραμμα πλειστηριασμού το 50% της κατοικίας που διαμένει η οικογένεια του, παραβιάζονται οι επιταγές του Συντάγματος, οι οποίες θεσπίζουν «την υποχρέωση των κρατικών οργάνων ή των οργάνων των ΝΠΔΔ να προστατεύουν αποτελεσματικά το γάμο, την οικογένεια και να μεριμνούν για την προστασία της οικογενειακής στέγης».
Το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την ανακοπή και ακυρώθηκε το πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού, κρίνοντας ότι η έκδοση του προγράμματος αντέκειτο στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας.
Το δημόσιο όμως άσκησε έφεση και το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών την απέρριψε ως αβάσιμη.
Οι Διοικητικοί εφέτες έκριναν ότι το επίμαχο ακίνητο, «αποτελούσε τη μοναδική κύρια κατοικία στην οποία διέμενε με την οικογένειά του, και ότι διέθετε ακίνητη περιουσία, εκτός του πλειστηριαζόμενου ακινήτου σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας».
Και πάλι το δημόσιο άσκησε έφεση και η υπόθεση έφτασε να εκδικάζεται μέχρι το Συμβούλιο της Επικρατείας.
 ** 
- Η ανάγκη δημιουργίας Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα, ώστε να εφαρμόζονται άμεσα οι αποφάσεις του, χωρίς να απαιτείται νόμος ή προηγούμενη πράξη της δημόσιας διοίκησης:
Στην Ελλάδα δεν υφίσταται Συνταγματικό δικαστήριο, σε αντίθεση με προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.
Εάν υπήρχε Συνταγματικό δικαστήριο, η απόφαση του, θα είχε ισχύ νόμου και θα ήταν αμέσως εκτελεστή, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη πράξη της δημόσιας διοίκησης.
Σήμερα, δεν υφίσταται Συνταγματικό δικαστήριο και η απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου, δεσμεύει την κυβέρνηση - δημόσια διοίκηση, ως προς την εφαρμογή, αλλά όχι ως προς τον χρόνο εφαρμογής της απόφασης και δεν έχει ισχύ νόμου.
Σήμερα, η απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου δεν είναι αμέσως εκτελεστή, αλλά απαιτείται προηγούμενη πράξη της δημόσιας διοίκησης για την εφαρμογή της.
Απαραίτητη προϋπόθεση, για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, είναι η συνταγματική διασφάλιση της ανεξαρτησίας των δικαστών του Συνταγματικού Δικαστηρίου και η στελέχωση του, με δικαστές κοινής αποδοχής.
Η κατοχύρωση της ανεξαρτησίας, αποτελεί πρωταρχικό μέλημα. Η **θέσπιση ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου καταργεί από τον κάθε Δικαστή την υποχρέωση, προς διάχυτο, παρεμπίπτοντα και συγκεκριμένο έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και μεταθέτει αυτόν, μέσω της μορφής ερωτήματος, προς ένα Ειδικό Δικαστήριο ελέγχου συνταγματικότητας.
Αφαιρεί δηλαδή, την κατά το άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος δυνατότητα να γίνεται έλεγχος της νομοθετικής εξουσίας από όλα ανεξαιρέτως τα Δικαστήρια κι από καθέναν ανεξάρτητο φυσικό Δικαστή.
Είναι γεγονός ότι στη μέχρι τώρα λειτουργία του Πολιτεύματος και στην πράξη, υφίσταται σύγχυση και αλληλεπίδραση νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.
Επίσης, γεγονός είναι ότι κάποιες Κυβερνήσεις επιθυμούν το μειωμένο έλεγχό τους από τη Δικαιοσύνη άλλοτε για μη διατυπωμένες ορθά ρυθμίσεις και άλλοτε για πραγματικά δόλιες δράσεις.
Σε κάθε περίπτωση ο έλεγχος της κυβερνητικής δράσης από το σύνολο των μελών του Δικαστικού Σώματος είναι προφανές ότι θα δημιουργήσει όχι μόνο προσκόμματα, αλλά θα αναγείρει και αναχώματα σε τυχόν μη σύννομη κυβερνητική δράση, προστατεύοντας τα έννομα αγαθά που τυχόν θίγονται.
(*) Δικηγόρος Αθηνών - Συνταγματολόγος- διδάκτωρ εκκλησιαστικού δικαίου