Γράφει ο Βασίλης Βλαχάκος

Είναι ένας χρόνος τώρα που η υφήλιος, καίτοι κάτω από τον ήλιο, ταλανίζεται στο σκοτάδι από την πανδημία του ιού «covid-19» και πάνω που είπαμε τώρα να τον εμβολίσουμε με τα εμβόλια, αντεπιτίθεται με τις ιοβόλες μεταλλάξεις του και από (παν) «μέτρον ἄριστον», φτάσαμε στο «παν μέτρον άχρηστον» καθότι δεν έχουμε μέτρο στη ζωή μας, σαν σε τίποτα να μη φταίμε και ο καθένας με τα πιστεύω του, τις αμφιβολίες του, τις επιφυλάξεις του και τις ιδεοληψίες του, αντιστέκεται στην παγκοσμιοποίηση του ιού, τη στιγμή που τα θύματα συνεχίζουν να είναι μυριάδες.

Και αν έγινε ο ιός, ή γεννήθηκε, αυτό είναι μια άλλη ιστορία για έρευνα, που παίρνει πολλή συζήτηση, που όταν πρωτοεμφανίστηκε όμως, καίτοι κάποιοι αμφέβαλαν την ύπαρξή του, βλέποντας το κακό που γινόταν στη γειτονική Ιταλία και πιο πέρα στην Ισπανία, πειθαρχήσαμε και σωθήκαμε, όχι γιατί πέρυσι ήμασταν σοφοί και φέτος όχι, αλλά γιατί, όπως λέει μια παροιμία, «ο φόβος φυλάει τα έρημα».

Ας ελπίσουμε με την ανοσία της «αγέλης» (λέξη επιστημονική μα χαρακτηριστική) να σωθούμε, καθώς τώρα «κοινή γάρ ἡ τύχη καί τό μέλλον ἀόρατον», αφού κανείς πλέον δεν είναι στο απυρόβλητο και όσο γι’ αυτούς που δεν πιστεύουν στους αριθμούς των κρουσμάτων και των θυμάτων, μπορεί να έχουν δίκιο, καθότι εδώ που έχουμε φτάσει, όχι δεν πρέπει να πιστεύουμε στ’ αυτιά μας, μα ούτε και στα μάτια μας, όχι όμως και να κλείνουμε τ’ αυτιά μας για να μην ακούμε και τα μάτια μας για να μη βλέπουμε.

Και δεν μας έφταναν όλα αυτά που τραβάμε στην υγεία και στην οικονομία, ξέσπασε και η επιδημία της «σεξουαλικής παρενόχλησης» στον Αθλητισμό και στον Πολιτισμό, επιδημία προ πολλού στην Παιδεία, στη Χριστιανοσύνη και στον Ελληνισμό και σαν να μην ξέρουμε τίποτα, κάθε τόσο κόβουμε τις φλέβες μας ως άγιοι μνηστήρες και οσίες Πηνελόπες γι’ αυτά που συμβαίνουν γύρω μας.

Και ευτυχώς, έστω και αργά, που έβγαλαν κάποιοι μερικών τα άπλυτα στα φόρα, με τη Δικαιοσύνη «κάλλιο αργά παρά ποτέ» να επεμβαίνει και την Πολιτεία να αναγγέλλει «τό γοργόν καί χάριν έχει» (παροιμίες - χρησμοί), με πιο αυστηρούς νόμους λέτε και οι νόμοι είναι χάπια και εμβόλια.

Ας ελπίσουμε ότι θα πάμε προς το καλύτερο, αν και πολύ φοβάμαι, καθότι νόμους είχαμε, οι βιασμοί γίνονταν, όλοι γνώριζαν και κανείς δεν μιλούσε, κανένας «δεν έβαζε το χέρι του να βγάλει το φίδι από την τρύπα» και τούτο γιατί έχουμε μπερδέψει τη ρουφιανιά με την καταγγελία.

Γι’ αυτό, αν δεν αλλάξουμε εμείς οι άνθρωποι, που δύσκολο το βλέπω, το ανήθικο και το παράνομο, ο εκβιασμός κι ο βιασμός, η παρενόχληση και η πρόκληση, ο ετσιθελισμός και η ανοησία, η αναξιοκρατία και ο μηδενισμός δε θα ’χουν τελειωμό.

Κάποιος φίλος όταν μου είπε ότι γίναμε «ζούγκλα», διαφώνησα λέγοντάς του ότι, στη ζούγκλα τα ζώα, αν και χωρίς νόμους, ζουν ειρηνικά, δεν τρώγονται αυτά που είναι της ίδιας ράτσας μεταξύ τους (όπως εμάς τους ανθρώπους), τα φυτοφάγα ξέρουν τα σαρκοφάγα και φυλάγονται, ενώ εμείς οι άνθρωποι δεν ξέρουμε από ποιον συνάνθρωπο να φυλαχτούμε. Δε μας φτάνει που σαν παμφάγα τρώμε τα πάντα, τρωγόμαστε και μεταξύ μας «σαν το σκύλο με τη γάτα» και δε ρίχνουμε μια ματιά γύρω μας να δούμε τους σκύλους με τις γάτες που συμφιλιώθηκαν και κοιμούνται αγκαλιά.

Κάθε εποχή, φίλε μου, έχει την ηθική της. Στην εποχή μας, δυστυχώς, η μια επιδημία πάνω στην άλλη και από το κακό στο χειρότερο. Από τη μια το κακό έρχεται και μας χτυπάει την πόρτα, από την άλλη ο κλέφτης τη σπάζει και μπαίνει κι αλίμονο στον νοικοκύρη που είναι μέσα.

Θέλοντας ν’ απολαύσουμε το σήμερα ξεχάσαμε το χτες, μοναδική μας έγνοια τα εφήμερα. Ιδανικά κι αξίες ξεπουλήσαμε, ιερά και ήρωες σπιλώσαμε, ανακηρύσσουμε ανάξιους σε ήρωες, ντρεπόμαστε να κάνουμε το σταυρό μας και Έλληνες ότι είμαστε φοβόμαστε να το πούμε.

Στο κάθε φτηνιάρικο του δώσαμε αξία, τρέχοντας να πιάσουμε το όνειρο δεν ξέρουμε πού πάμε και τι κάνουμε. Οι άνθρωποι του πνεύματος χαθήκανε, ούτε μια σπίθα μέσα στο σκοτάδι, για τα «προσωπικά μας δεδομένα» αγωνιζόμαστε με πάθος κι από την άλλη, δεν ξεχωρίζουμε ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος.

Από τη μια επιδημία στην άλλη και… όπου μας βγάλει.

Ας κάνουμε, λοιπόν, το σταυρό μας, ή ας επικαλεστεί επιτέλους ο καθένας αυτό που πιστεύει, μην ξεσπάσει καμιά άλλου είδους «επιδημία» στην πόλη μας, και τότε… «μουντζωφασκελωκουκούλωτα...» που έλεγε η γιαγιά μου η μακαρίτισσα.

Έτσι είναι η ζωή, συμβαίνουν «σημεία και τέρατα» και ο λαός ξαφνικά κάποια στιγμή «πέφτει από τα σύννεφα» με αλεξίπτωτο την ομπρέλα του νόμου.

«Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του», λοιπόν, «κάθε θύτης στο σκαμνί» και «μη χειρότερα..»

* Τα άρθρα αναγνωστών δεν απηχούν απαραίτητα τη γνώμη του notospress.gr