Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 15 Ιουνίου. Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.

Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:

  • Αυγουστίνος, Αυγουστίνα
  • Ιερώνυμος
  • Μόνικα
  • Ορτανσία

Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Προφήτης Αμώς, Οσιος Ιερώνυμος και Ιερός Αυγουστίνος επίσκοπος Ιππώνος

Προφήτης Αμώς

Ενας από τους δώδεκα μικρούς (ελάσσονες) προφήτες, ο προφήτης της δικαιοσύνης δεν ήταν κληρικός, δεν ήταν λόγιος και δεν ανήκε σε προφητική σχολή. Ηταν απλός βοσκός και καλλιεργητής συκαμίνων (μούρων) από τη Θεκουέ, μικρή πόλη της Ιουδαίας νότια της Βηθλεέμ. Ο ίδιος το διακηρύττει με αφοπλιστική ειλικρίνεια, όταν ο ιερέας Αμασίας τον κατηγορεί: «Ουκ ήμην προφήτης εγώ ουδέ υιός προφήτου, αλλ’ ήμην αιπόλος και κνίζων συκάμινα· και ανέλαβέ με Κύριος από των προβάτων». Το όνομά του στα εβραϊκά σημαίνει «αυτός που φέρει βάρος», «φορέας βάρους» ή «κουβαλητής», συμβολικά ίσως του βαρέος μηνύματος που κλήθηκε να (μετα)φέρει, συχνά ερμηνεύεται μεταφορικά ως αυτός που υποστηρίζεται από τον Θεό ή ο πλήρης σθένους, ενώ σε κάποιες άλλες ερμηνείες αποδίδεται και ως «αυτός που γεννήθηκε από τον Θεό».

Ο Προφήτης Αμώς
Ο Προφήτης Αμώς, ο προφήτης της δικαιοσύνης, είναι ένας από τους δώδεκα «μικρούς» προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, γνωστός για το θάρρος του να καταγγείλει την κοινωνική αδικία και την ηθική κατάπτωση.

Προφήτευσε περί το 760 – 750 π.Χ., κατά τη βασιλεία του Ιεροβοάμ Β΄ στο Ισραήλ, μια εποχή εκπληκτικής οικονομικής ευμάρειας και πολιτικής ισχύος για το βόρειο βασίλειο. Αλλά κάτω από την επιφάνεια της ευμάρειας κρυβόταν μια βαθιά κοινωνική σήψη. Οι πλούσιοι αποκτούσαν πλούτη εκμεταλλευόμενοι τους φτωχούς, οι δικαστές δέχονταν δωροδοκίες και αθώωναν τους αδίκους, οι έμποροι νόθευαν τα ζύγια και εξαπατούσαν τους πελάτες και οι ισχυροί πωλούσαν τους αδύναμους ως δούλους για ασήμαντα χρέη. Και ενώ όλα αυτά συνέβαιναν, η θρησκευτική ζωή άκμαζε με εορτές, θυσίες, προσευχές, αλλά κενή ηθικού περιεχομένου. Και ο Αμώς ήταν ο προφήτης που αποκάλυψε και έκρινε αυτό το προσωπείο.

Το βιβλίο του Αμώς αποτελείται μόλις από εννέα κεφάλαια, αλλά περιέχει μερικά από τα πιο εκρηκτικά και επίκαιρα κείμενα ολόκληρης της Βίβλου. Αρχίζει με λόγους κρίσης κατά των γειτονικών λαών, αλλά η κρίση του Θεού δεν εξαιρεί τον εκλεκτό λαό. Αντίθετα, αυτόν κρίνει πρώτα και αυστηρότερα, διότι το προνόμιο της εκλογής δεν ακυρώνει την ευθύνη, την πολλαπλασιάζει. Γι’ αυτό και τολμά να απορρίψει ριζικά τη θρησκευτική υποκρισία, όταν στο κείμενό του ο Θεός μιλά στο πρώτο πρόσωπο: «Μισώ και σιχαίνομαι τις εορτές σας. Δεν θα μυρίσω τα θυμιάματά σας. Ακόμα και αν μου φέρετε ολοκαυτώματα και θυσίες, δεν θα τις δεχτώ», ταυτόχρονα όμως θέτει και τα θεμέλια της σωστής λατρείας λέγοντας: «Να κυλά σαν νερό η κρίση και η δικαιοσύνη σαν χείμαρρος που δεν στερεύει», γιατί λατρεία χωρίς δικαιοσύνη δεν είναι λατρεία, αλλά απάτη.

Παρά τον σκληρό τόνο κριτικής, το βιβλίο του Αμώς κλείνει με λόγο ελπίδας (9, 11-15), ένα από τα εσχατολογικά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης: «Εν τη ημέρᾳ εκείνῃ αναστήσω την σκηνήν Δαυίδ την πεπτωκυίαν», χωρίο που χρησιμοποιεί ο Ιάκωβος κατά την Αποστολική Σύνοδο (Πραξ. 15, 16-17) ως υπόσχεση αποκατάστασης, αφθονίας, ειρήνης και εισόδου των εθνών στην Εκκλησία.

Οσιος Ιερώνυμος

Μια από τις πιο πολυσχιδείς και ανθρώπινες μορφές της αδιαίρετης Εκκλησίας, γεννήθηκε περί το 342 – 347 στη Στριδώνα της Δαλματίας, πόλη στα σύνορα Παννονίας και Δαλματίας, στην περιοχή της σημερινής Κροατίας ή Βοσνίας – Ερζεγοβίνης. Σπούδασε στη Ρώμη κοντά στους κορυφαίους δασκάλους της εποχής, απέκτησε βαθιά γνώση της λατινικής και ελληνικής φιλολογίας, της ρητορικής και της φιλοσοφίας και λάτρευε τον Κικέρωνα και τον Βιργίλιο. Βαπτίστηκε χριστιανός στη Ρώμη, αλλά για χρόνια η πίστη του ήταν ανταγωνιστική με τη φιλολογική του μόρφωση και τις κοσμικές απολαύσεις.

Ο Οσιος Ιερώνυμος
Ο Οσιος Ιερώνυμος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Πατέρες και διδασκάλους της Εκκλησίας, γνωστός κυρίως για το τεράστιο έργο της μετάφρασης της Αγίας Γραφής στα λατινικά.

Για σχεδόν πέντε χρόνια ο Ιερώνυμος έζησε ασκητικά, μελετώντας εβραϊκά και ελληνικά, αργότερα δε, σε ηλικία 30 ετών, το 374 μετέβη στη Συρία, όπου ζώντας αναχωρητικό βίο έμαθε και αραμαϊκά. Στην έρημο βίωσε έντονους πνευματικούς αγώνες, πειρασμικές επιθέσεις, αμφιβολίες, σωματικές δοκιμασίες και εσωτερικές μάχες, τις οποίες περιγράφει με συγκλονιστική ειλικρίνεια στις επιστολές του. Μετά τα χρόνια της ερήμου, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, ταξίδεψε το 380 στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνώρισε τον Γρηγόριο Θεολόγο, τον Γρηγόριο Νύσσης και τον Αμφιλόχιο Ικουνίου, βελτίωσε τη γνώση της ελληνικής γλώσσας και θαύμασε την ερμηνευτική του Ωριγένους.

Το 382 ήταν το σημείο καμπής της ζωής του. Εγινε γραμματέας του Πάπα Δαμάσου Α΄, που του ανέθεσε να συγγράψει μια έγκυρη λατινική μετάφραση της Βίβλου από τις πολλές που κυκλοφορούσαν τότε. Στη Ρώμη ο Ιερώνυμος ανέπτυξε στενή φιλία με πολλές ευγενείς χριστιανές γυναίκες που αναζητούσαν πνευματική καθοδήγηση, συζητούσε μαζί τους τις Γραφές και τις καθοδηγούσε στην ασκητική ζωή. Σύντομα όμως κατηγορίες για τη σχέση του με αυτές τις γυναίκες και η κατηγορία ότι οι ασκητικές αυστηρότητες οδήγησαν στον θάνατο μιας εξ αυτών, ανάγκασαν τον Ιερώνυμο να φύγει από τη Ρώμη για τους Αγίους Τόπους λίγο μετά τον θάνατο του Πάπα Δαμάσου το 384. Εγκαταστάθηκε στη Βηθλεέμ δίπλα στη Βασιλική της Γεννήσεως, ίδρυσε σχολείο και υπηρέτησε ως πνευματικός οδηγός τους μοναχούς και τις μοναχές που είχαν έρθει εκεί για να είναι κοντά του και εκοιμήθη εκεί το 420 ενώ έγραφε υπόμνημα στον Ιερεμία.

Το μεγαλύτερο έργο του Ιερωνύμου και ένα από τα πιο σημαντικά της Ιστορίας ήταν η μετάφραση της Βίβλου στα λατινικά, γνωστή ως Βουλγάτα (Vulgata= κοινή, δημώδης), μετάφραση που σφράγισε την πολιτισμική ιστορία της Δύσης, γιατί διαμόρφωσε και «επέβαλε» τη θεολογική και εκκλησιαστική της γλώσσα. Ωστόσο, δεν ήταν μόνο μεταφραστής, αλλά και πολυγραφότατος συγγραφέας. Εγραψε ερμηνευτικά υπομνήματα σε σχεδόν ολόκληρη τη Βίβλο, επιστολές, εκκλησιαστική ιστορία, αγιολογικά έργα και μετέφρασε πλήθος έργων διαφόρων εκκλησιαστικών συγγραφέων. Τέλος, ο Ιερώνυμος είναι μια από τις πιο πολυσύνθετες μορφές της Εκκλησίας, ασκητής που ποθούσε την ερημία αλλά βρέθηκε στο επίκεντρο των συγκρούσεων, λόγιος που μισούσε τη φιλοδοξία αλλά επιθυμούσε βαθιά την αναγνώριση, άνθρωπος με οξύ πνεύμα και οξύτερη γλώσσα που αγαπούσε όμως τον Θεό και τη Βίβλο με πάθος ανυπέρβλητο.

Ιερός Αυγουστίνος επίσκοπος Ιππώνος

Γεννήθηκε στην Ταγάστη της Νουμηδίας στην Αφρική, το έτος 354 από την ευσεβέστατη χριστιανή Μόνικα και πατέρα ειδωλολάτρη τον Πατρίκιο. Τις εγκύκλιες σπουδές έλαβε στην πατρίδα του και στη συνέχεια ο πατέρας του τον έστειλε για ανώτερες στην Καρχηδόνα, όπου, ως νεαρός σπουδαστής έζησε έκλυτο βίο και από μία περιστασιακή σχέση απέκτησε και εξώγαμο τέκνο. Στην Αφρική έγινε οπαδός του Μανιχαϊσμού, αλλά αργότερα στο Μιλάνο, η προσευχή της μητέρας του, η μελέτη των αγίων Γραφών και η γνωριμία με τον επίσκοπο Μεδιολάνων Αμβρόσιο έφεραν τον Αυγουστίνο στον Χριστιανισμό και βαπτίστηκε χριστιανός μαζί και με τον 15χρονο πια γιο του Αδεοδάτη. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Αφρική, όπου δίδαξε και με θέρμη διέδωσε τον Χριστιανισμό και μετά την κοίμηση της μητέρας του πήγε στη Ρώμη. Οταν το 391 επισκέφθηκε κάποιους φίλους του στην Ιππώνα, στα παράλια της Νουμηδίας, ο επίσκοπος της πόλης Βαλέριος εκτιμώντας τα χαρίσματά του, το πάθος της διδασκαλίας αλλά και τη βαθύτατη θεολογική του γνώση, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και αργότερα βοηθό επίσκοπο. Μετά την κοίμηση του επισκόπου το 396 τον διαδέχθηκε στο θρόνο της επισκοπής, όπου ποίμανε τους χριστιανούς της πόλης του με τον λόγο και τη σοφία των γνώσεών του επί 34 ολόκληρα χρόνια. Εκοιμήθη ειρηνικά σε ηλικία 76 ετών στις 28 Αυγούστου του 430.

Ο Ιερός Αυγουστίνος
Ο Ιερός Αυγουστίνος επίσκοπος Ιππώνος θεωρείται ο μέγιστος Πατέρας της Δυτικής Εκκλησίας.

Ο Αυγουστίνος ήταν αναμφίβολα μεγαλοφυΐα, ίσως ο πιο ισχυρός νους που γνώρισε η Δυτική Εκκλησία και, όπως έγραψε ο π. Γεώργιος Φλορόφσκι, «Ο Αυγουστίνος είναι ο μεγαλύτερος δυτικός θεολόγος και η μεγαλύτερη πηγή δυτικών αιρέσεων». Τα σημαντικότερα σημεία που αστόχησε θεολογικά, είναι τα εξής:

  1. Η χάρη και η ελευθερία. Κεντρική θεολογική αντιπαράθεση της ζωής του Αυγουστίνου ήταν με τον Βρετανό μοναχό Πελάγιο (354 – 420), ο οποίος δίδασκε ότι ο άνθρωπος έχει πλήρη ελεύθερη βούληση, μπορεί να επιλέξει το αγαθό χωρίς τη βοήθεια της θείας χάρης, η αμαρτία είναι προσωπική επιλογή και όχι κληρονομικό φορτίο και η σωτηρία επιτυγχάνεται με ηθική προσπάθεια. Ο Αυγουστίνος αντέτεινε, και σωστά, ότι ο Πελαγιανισμός υποτιμά τη χάρη και την αναγκαιότητά της, αλλά στον αντιπελαγιανό του ζήλο, έφτασε στο αντίθετο άκρο.
  2. Το Προπατορικό αμάρτημα. Ο Αυγουστίνος ανέπτυξε μια εντελώς νέα θεολογία για το προπατορικό αμάρτημα, άγνωστη στους ανατολικούς Πατέρες, ότι δηλαδή το προπατορικό αμάρτημα μεταδίδεται βιολογικά διά της σεξουαλικής πράξης, ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ήδη ένοχοι για την αμαρτία του Αδάμ, ότι η ανθρώπινη φύση δεν τραυματίστηκε απλώς αλλά διεφθάρη ολοκληρωτικά και ότι η ελεύθερη βούληση καταστράφηκε από την πτώση. Συνοπτικά, η ορθόδοξη θέση είναι ότι το προπατορικό αμάρτημα είναι η είσοδος στον κόσμο της φθοράς και η τάση προς αμαρτία και όχι ενοχή, ότι κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος μόνο για τις δικές του αμαρτίες, ότι η ανθρώπινη φύση τραυματίστηκε, «αμαυρώθηκε», αλλά δεν καταστράφηκε ολοκληρωτικά και ότι η ελεύθερη βούληση παρέμεινε αν και αποδυναμωμένη. Συνέπειες αυτής της αστοχίας είναι α) η θεωρία περί της θείας ικανοποίησης του Ανσέλμου Καντέρμπουρυ, ότι δηλαδή ο άπειρος Θεός προσεβλήθη από την αμαρτία του ανθρώπου και έπρεπε να ικανοποιηθεί απείρως, κάτι που μόνο ο Υιός του θα μπορούσε να επιτελέσει, β) η νομικιστική σωτηριολογία, που εκλαμβάνει τη σωτηρία ως δικαστική αθώωση αντί ως θεραπεία και θέωση. Η Μεταρρύθμιση, ο Λούθηρος και ο Καλβίνος ήταν βαθιά αυγουστίνειοι, και η αμαρτοκεντρική θεολογία της Δύσης αντί της χριστοκεντρικής θεολογίας της Ανατολής.
  3. Ο απόλυτος προορισμός. Οτι δηλαδή ο Θεός προορίζει ορισμένους ανθρώπους για σωτηρία και εγκαταλείπει άλλους στην καταδίκη, ακόμα και πριν γεννηθούν. Η ορθόδοξη θέση είναι ότι ο Θεός «θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι» (Α΄ Τιμ. 2, 4) και η σωτηρία είναι αποτέλεσμα συνέργειας θείας χάρης και ανθρώπινης ελεύθερης ανταπόκρισης. Ο Θεός προγνωρίζει τις επιλογές του ανθρώπου, αλλά δεν τις επιβάλλει. Συνέπειες της αστοχίας αυτής ήταν ο Καλβινισμός, ο Γιανσενισμός στον Καθολικισμό και η αντινομική τάση που βλέπει τον άνθρωπο ως παθητικό αντικείμενο της θείας βούλησης.
  4. Το Filioque, η τριαδολογική αστοχία. Στο έργο του «De Trinitate» (Περί Τριάδος), ο Αυγουστίνος ανέπτυξε μια τελείως νέα τριαδολογία, ξεκινώντας από την ουσία (essentia) αντί των υποστάσεων, ότι δηλαδή η θεία ουσία είναι η αφετηρία και οι τρεις υποστάσεις είναι σχέσεις εντός της ουσίας. Η αυγουστίνεια ψυχολογική αναλογία της Αγ. Τριάδος (νους – γνώση – αγάπη) οδήγησε στην προσθήκη του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως στη Δύση, στο Σχίσμα του 1054, στην υποβάθμιση του Αγίου Πνεύματος στη δυτική θεολογία και λατρεία και στη μειωμένη πνευματολογία που χαρακτηρίζει τον Καθολικισμό και τον Προτεσταντισμό. Ο Φώτιος ο Μέγας (820 – 891) ήταν ο πρώτος που ανέλυσε συστηματικά την αστοχία αυτή στη «Μυσταγωγία του Αγίου Πνεύματος», ένα έργο που αναπτύσσει την ορθόδοξη απάντηση στο Filioque.
  5. Σχολαστικισμός, η μεγαλύτερη κληρονομιά του: Δεν ήταν σχολαστικός, αλλά έθεσε τα θεμέλια που επέτρεψαν τον σχολαστικισμό. Το θεμελιακό ορθά «Credo ut intelligam» (πιστεύω για να κατανοήσω) στην πράξη οδήγησε στην υποταγή της πίστης στη λογική μέσα από τα έργα του Ανσέλμου Καντέρμπουρυ (1033 – 1109), του Πέτρου Αβελάρδου (1079 – 1142) και εν τέλει του Θωμά Ακινάτη (1225 – 1274), με τον οποίο η αριστοτελική λογική εισέρχεται πλήρως στη θεολογία και η πίστη αποδεικνύεται φιλοσοφικά, σε αντίθεση με την Ορθόδοξη Ανατολή, όπου η θεολογία ήταν πάντα «θεολογία από εμπειρία», γνώση που πηγάζει από τη θεοπτία και την άσκηση.
  6. Το Καθαρτήριο. Η αυγουστίνεια νομικίστικη αντίληψη της σωτηρίας ως αθώωση από ενοχή οδήγησε αναπόφευκτα στο δόγμα του Καθαρτηρίου. Αν η σωτηρία είναι πλήρης εξόφληση χρέους, τι γίνεται με εκείνους που έχουν «μικρά χρέη» (συγγνωστά αμαρτήματα) απλήρωτα; Χρειάζεται ένας ενδιάμεσος χώρος τιμωρίας/εξαγνισμού. Από εκεί προέκυψαν τα συγχωροχάρτια, η αγορά δηλαδή απαλλαγής από το Καθαρτήριο, που οδήγησαν στη Μεταρρύθμιση του Λούθηρου.

Παρά τις ακούσιες θεολογικές αστοχίες του η Εκκλησία τον τιμά ως άγιο, θεωρώντας ότι αυτές δεν ακυρώνουν τη βαθιά μετάνοιά του, που περιγράφονται στις «Εξομολογήσεις» του, την αγάπη του για τον Θεό και την ακούραστη εργατικότητά του για ποίμνιό του.

Τιμάται επίσης η μνήμη: αποστόλων Αχαϊκού, Στεφανά και Φουρτουνάτου εκ των εβδομήκοντα, μάρτυρος Ησυχίου, μαρτύρων Βίτου, Μοδέστου και Κρεσκεντίας, μάρτυρος Δουλά, Γραός, μάρτυρος Ναρσή, οσίου Ορτισίου, οσίου Δουλά, παρθενομαρτύρων Λεωνίδος, Λιβύης και Ευτροπίας των εν Συρία, οσίου Ιωσήφ, του εν Βηθλεέμ, οσίου Αβραάμ του εν Γαλλία, Μελανού επισκόπου Βιβιέρ, Τρίλλου επισκόπου εν Ουαλλία, οσίου Λανδελίνου του εν Γαλλία, οσίων Δομιτιανού και Αδελίνου, οσίου Κωνσταντίνου του εν Γαλλία, Μιχαήλ πρώτου μητροπολίτου Κιέβου και πάσης Ρωσίας, οσίου Σάββα του Βατοπεδινού, μάρτυρος Λαζάρου πρίγκιπος των Σέρβων, ιερομαρτύρων Γρηγορίου και Κασσιανού των θαυματουργών των εν Αβνέγκα της Ρωσίας, Σπυρίδωνος πατριάρχου Σερβίας, Εφραίμ πατριάρχου Σερβίας, Συμεών αρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ και Πσκωφ, Ιωνά, μητροπολίτου Μόσχας, οσίου Κυρίλλου του θαυματουργού, οσίου Στεφάνου του Οζέρο και Κομέλ της Ρωσίας.

Πηγή: kathimerini.gr

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις