Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.

Εορτολόγιο: Απόδοση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Ειρηναίος επίσκοπος Λουγδούνου, Ειρηναίος επίσκοπος Σιρμίου, Καλλίνικος Α΄ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ποιοι τιμώνται σήμερα από την Εκκλησία

Απόδοση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Η εορτή είναι γνωστή στη λαϊκή παράδοση και ως «τα εννιάμερα της Παναγίας». Στην ορθόδοξη λειτουργική ορολογία, «απόδοση» σημαίνει το κλείσιμο ή την ολοκλήρωση του εορτασμού μιας μεγάλης χριστιανικής γιορτής. Κατά την ακολουθία της 23ης Αυγούστου ψάλλονται οι ίδιοι πανηγυρικοί ύμνοι, τα τροπάρια και τα εγκώμια της Κοίμησης, σαν να είναι η ίδια η ημέρα της γιορτής, αν και η ημέρα εστιάζει ακόμα περισσότερο στο γεγονός της Μεταστάσεως της Παναγίας, δηλαδή της σωματικής της ανάστασης και ανάληψης στους ουρανούς από τον Υιό της, τρεις ημέρες μετά την ταφή της στο μνήμα της Γεθσημανής. Εορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα σε όλη την Ελλάδα, καθώς πολλά ιστορικά μοναστήρια και ναοί είναι αφιερωμένοι στη Θεοτόκο. Στην Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο, στη Μονή Προυσού στην Ευρυτανία, όπου χιλιάδες πιστοί διανύουν με τα πόδια δεκάδες χιλιόμετρα μέσα από τα βουνά για να προσκυνήσουν τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Προυσιώτισσας, στη Μονή Μαλεβής στην Αρκαδία, ένα από τα ονομαστά προσκυνήματα της Πελοποννήσου, και στη Νάουσα της Πάρου, όπου γίνεται το περίφημο πανηγύρι των «Κουρσάρων», με αναπαράσταση της κατάληψης του λιμανιού από τους πειρατές και την εν συνεχεία απελευθέρωσή του.

Η Απόδοση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου τιμάται κάθε χρόνο στις 23 Αυγούστου, ακριβώς οκτώ ημέρες μετά τη μεγάλη εορτή του Δεκαπενταύγουστου.

Ειρηναίος επίσκοπος Λουγδούνου

Κορυφαία θεολογική μορφή του 2ου αι. στη σημερινή Λυών της Γαλλίας, αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην εποχή των Αποστόλων και την εποχή των Οικουμενικών Συνόδων, καθώς έθεσε τα θεμέλια της εκκλησιαστικής δογματικής. Γεννήθηκε γύρω στο 130 στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας από ελληνική χριστιανική οικογένεια και στη νεότητά του υπήρξε άμεσος μαθητής του Αγ. Πολυκάρπου Σμύρνης, ο οποίος με τη σειρά του είχε διατελέσει μαθητής του ευαγγελιστή Ιωάννη. Αυτή η άμεση γραμμή διαδοχής τού έδωσε μετέπειτα μοναδικό κύρος στη διαφύλαξη της αποστολικής αλήθειας. Ταξίδεψε στη Δύση και εγκαταστάθηκε στο Λούγδουνο υπηρετώντας ως πρεσβύτερος, ενώ το 177, κατά τη διάρκεια του διωγμού του Μάρκου Αυρηλίου, στάλθηκε από τους φυλακισμένους χριστιανούς της Λυών στη Ρώμη, μεταφέροντας επιστολή στον πάπα Ελεύθερο σχετικά με την αίρεση του Μοντανισμού, ενώ επιστρέφοντας στη Γαλλία διαδέχθηκε τον μαρτυρήσαντα πρώτο επίσκοπο Ποθεινό. Ως επίσκοπος, εργάστηκε με ζήλο για τον εκχριστιανισμό των γαλατικών φυλών και τη διατήρηση της εκκλησιαστικής ειρήνης, ενώ πιστεύεται ότι πέθανε ως μάρτυρας γύρω στο 202 κατά τον διωγμό του αυτοκράτορα Σεπτίμιου Σεβήρου.

Η θεολογία του Ειρηναίου αναπτύχθηκε κυρίως ως απάντηση στη μεγάλη απειλή του Γνωστικισμού, ο οποίος υποβίβαζε την υλική δημιουργία και αμφισβητούσε την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Η θεολογία της Ανακεφαλαιώσεως είναι η κεντρική του τοποθέτηση, ότι δηλαδή ο Χριστός έγινε πραγματικός άνθρωπος για να «ανακεφαλαιώσει» την πορεία της ανθρωπότητας, διορθώνοντας το λάθος του Αδάμ. Ο,τι έχασε ο Αδάμ με την ανυπακοή, το κέρδισε ο Χριστός με την υπακοή Του στον Σταυρό, η δε Παναγία χαρακτηρίζεται η «Νέα Εύα», διότι, όπως η Εύα με την ανυπακοή της έφερε τον θάνατο, έτσι η Παναγία με την υπακοή της στον Ευαγγελισμό έγινε το μέσο της σωτηρίας. Αντιμετωπίζοντας τους Γνωστικούς, που ισχυρίζονταν ότι είχαν «μυστική» γνώση, τόνισε ότι η αλήθεια βρίσκεται στην Εκκλησία, μεταδιδόμενη από τους Αποστόλους στους επισκόπους μέσω της αδιάσπαστης αποστολικής διαδοχής, ενώ διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στον καθορισμό των βιβλίων της Αγίας Γραφής, όντας ο πρώτος που υποστήριξε σθεναρά ότι τα έγκυρα Ευαγγέλια είναι ακριβώς τέσσερα. Ανέτρεψε, επίσης, τις ιδέες του Μαρκίωνα, που απέρριπτε την Παλαιά Διαθήκη, αποδεικνύοντας ότι ο δημιουργός Θεός της Παλαιάς Διαθήκης είναι ο ίδιος Θεός που δρα στην Καινή.

Αν και έγραψε πολλά συγγράμματα στην ελληνική γλώσσα, τα περισσότερα χάθηκαν και διασώθηκαν κυρίως μέσα από πολύ πρώιμες λατινικές μεταφράσεις. Δύο είναι τα μεγάλα σωζόμενα έργα του: Το «Ελεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου Γνώσεως», αποτελούμενο από πέντε βιβλία όπου εκθέτει με λεπτομέρεια τις περίπλοκες θεωρίες των Γνωστικών, και ιδιαίτερα του Βαλεντίνου, και στη συνέχεια τις ανατρέπει χρησιμοποιώντας τη λογική, τα λόγια του Χριστού και τις προφητείες, και το «Επίδειξις του Αποστολικού Κηρύγματος», ένα σύντομο, πρακτικό εγχειρίδιο κατήχησης που παρουσιάζει την ιστορία της σωτηρίας από τη δημιουργία μέχρι τον Χριστό, αποδεικνύοντας την εκπλήρωση των προφητειών.

Ο Ειρηναίος δικαιολόγησε απόλυτα το όνομά του παρεμβαίνοντας καθοριστικά στη λεγόμενη «Πασχάλια Εριδα» στα τέλη του 2ου αι. και απέτρεψε ένα πρόωρο και καταστροφικό σχίσμα μεταξύ των Εκκλησιών της Ανατολής και της Δύσης. Το ζήτημα αφορούσε στην ακριβή ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα, όπου υπήρχαν δύο διαφορετικές παραδόσεις. Οι Εκκλησίες της Μικράς Ασίας, ακολουθώντας την παράδοση του ευαγγελιστή Ιωάννη και του Αγ. Πολυκάρπου, γιόρταζαν το Πάσχα στις 14 του εβραϊκού μήνα Νισάν, ανεξάρτητα από το ποια ημέρα της εβδομάδας έπεφτε και ονομάζονταν γι’ αυτό «Τεσσαρεσκαιδεκατίτες». Η Εκκλησία, όμως, της Ρώμης και οι περισσότερες άλλες Εκκλησίες γιόρταζαν το Πάσχα πάντα την πρώτη Κυριακή μετά τη 14η Νισάν, προκειμένου να τιμάται πάντοτε η ημέρα της Αναστάσεως.

Η διαφωνία υπήρχε για δεκαετίες ειρηνικά, αλλά ο τότε Πάπας Ρώμης Βίκτωρ Α΄ αποφάσισε να επιβάλει τη δυτική συνήθεια με τη βία και απαίτησε από τις Εκκλησίες της Μικράς Ασίας να συμμορφωθούν. Οταν ο επίσκοπος Εφέσου Πολυκράτης αρνήθηκε, υπερασπιζόμενος την αποστολική παράδοση της Ανατολής, ο Βίκτωρ προχώρησε στην ακραία κίνηση να αφορίσει όλες τις Εκκλησίες της Μικράς Ασίας, διακόπτοντας την εκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους. Ο Ειρηναίος, τότε, αντέδρασε έντονα στην αυταρχική στάση της Ρώμης, και έστειλε επιστολή στον Βίκτωρα, αποσπάσματα της οποίας διέσωσε ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας, στην οποία επιχειρηματολόγησε με βάση ότι η ποικιλία δεν βλάπτει την ενότητα και υπενθύμισε στον Βίκτωρα ότι οι προκάτοχοί του είχαν διαφωνήσει για το ίδιο θέμα με τον Πολύκαρπο, αλλά είχαν διατηρήσει την ειρήνη και μάλιστα ο πάπας Ανίκητος είχε παραχωρήσει στον Πολύκαρπο την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας στη Ρώμη σε ένδειξη σεβασμού. Η σοφή και ειρηνευτική παρέμβαση του Ειρηναίου εισακούστηκε, ο Βίκτωρ ανακάλεσε τους αφορισμούς και η ειρήνη αποκαταστάθηκε. Το ζήτημα, ωστόσο, παρέμεινε ανοιχτό χωρίς σχίσματα, μέχρι που λύθηκε οριστικά και ενιαία για όλη τη Χριστιανοσύνη από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 325, η οποία καθόρισε τον κοινό τρόπο υπολογισμού του Ορθόδοξου Πάσχα.

Ειρηναίος επίσκοπος Σιρμίου

Το Σίρμιο, πρωτεύουσα της Παννονίας, ήταν μια από τις πλέον πλούσιες πόλεις της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και γενέτειρα 10 αυτοκρατόρων, που ταυτίζεται σήμερα με την πόλη Sremska Mitrovica. Η δε Παννονία ήταν σημαντική επαρχία της αυτοκρατορίας που σήμερα αντιστοιχεί με μια έκταση που περιλαμβάνει τη Δυτική Ουγγαρία, την Ανατολική Αυστρία, τη Βόρεια Σερβία, την Κροατία, τη Σλοβενία, τη Σλοβακία και τη Βόρεια Βοσνία-Ερζεγοβίνη.

Σε αντίθεση με πολλούς άλλους επισκόπους της εποχής που ήταν άγαμοι ή ασκητές, ο Ειρηναίος ήταν έγγαμος και είχε αποκτήσει παιδιά. Ανθρωπος με μεγάλη εκκλησιαστική παιδεία και ευγενή καταγωγή, σε νεαρή ηλικία εκλέχθηκε επίσκοπος στο Σίρμιο και διακρίθηκε για την ειλικρινή αγάπη και την πνευματική φροντίδα προς το ποίμνιό του. Οταν οι αυτοκράτορες Διοκλητιανός και Μαξιμιανός εξαπέλυσαν τον Μεγάλο Διωγμό κατά των χριστιανών, οι τοπικοί διοικητές είχαν εντολή να χτυπήσουν πρώτα τους ποιμένες για να διασκορπιστεί το ποίμνιο, κι έτσι ο Ειρηναίος συνελήφθη και οδηγήθηκε μπροστά στον σκληρό Ρωμαίο διοικητή της Παννονίας Πρόβο. Οταν ο νεαρός επίσκοπος αρνήθηκε κατηγορηματικά να προσφέρει θυσία στους ειδωλολατρικούς θεούς, υπεβλήθη και σε ψυχολογική πίεση, καθώς η δίκη του έγινε δημόσια και παρουσία των δικών του ανθρώπων, με τους στρατιώτες να του εφαρμόζουν το βασανιστήριο της στρέβλωσης και τους ηλικιωμένους γονείς του, τους φίλους του, τη σύζυγο του και τα παιδιά του να τον ικετεύουν κλαίγοντας να υποχωρήσει, να θυσιάσει έστω και εικονικά, για να σώσει τη ζωή του και να μην αφήσει την οικογένειά του απροστάτευτη.

Ο Ειρηναίος, ωστόσο, έμεινε ακλόνητος, διότι θυμήθηκε τα λόγια του Χριστού «όποιος αγαπά πατέρα ή μητέρα, γιο ή κόρη περισσότερο από μένα, δεν είναι άξιος για μένα» και απάντησε στον Πρόβο που του ζήτησε να λυπηθεί τα παιδιά του: «Τα παιδιά μου πιστεύουν στον Θεό, ο Οποίος θα τα φροντίσει. Εμένα τίποτα δεν θα με χωρίσει από τον Χριστό μου». Βλέποντας ο διοικητής ότι ούτε τα σωματικά βασανιστήρια ούτε οι οικογενειακοί δεσμοί μπορούσαν να κάμψουν το φρόνημά του, εξέδωσε την τελική θανατική καταδίκη δι’ αποκεφαλισμού το 288. Το μαρτύριό του ενέπνευσε τις τοπικές εκκλησίες και κατά τον 4ο και 5ο αιώνα αναπτύχθηκε ισχυρή τιμή γύρω από το όνομά του στην περιοχή των Βαλκανίων.

Καλλίνικος Α΄ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Θαρραλέα και τραγική μορφή της βυζαντινής εκκλησιαστικής ιστορίας του 7ου αι., με την πατριαρχία του (693 – 705) να σημαδεύεται από τη σφοδρή του σύγκρουση με τον αυταρχικό αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄ τον Ρινότμητο, μια σύγκρουση που πλήρωσε με φρικτά βασανιστήρια και εξορία. Πριν εκλεγεί πατριάρχης, ήταν διακεκριμένος πρεσβύτερος στην Κωνσταντινούπολη και κατείχε το υψηλό εκκλησιαστικό αξίωμα του σκευοφύλακα στον περίφημο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, το σημαντικότερο θεομητορικό προσκύνημα της Βασιλεύουσας. Λόγω του εξαιρετικού του ήθους και της θεολογικής του παιδείας, με ιστορικές πηγές να τον περιγράφουν ως «άνδρα λόγω βίω τε και καλώς εμπρέποντα», διαδέχθηκε στον πατριαρχικό θρόνο τον Παύλο Γ΄.

Οταν ο Ιουστινιανός Β΄ θέλησε να επεκτείνει τα ανάκτορά του και να κατασκευάσει πολυτελή κρήνη και χώρο θεαμάτων, απαιτώντας να κατεδαφιστεί γειτνιάζων με το συγκρότημα των Βλαχερνών ναός αφιερωμένος στην Παναγία, ο Καλλίνικος αρνήθηκε σθεναρά και απάντησε με θάρρος: «Η Εκκλησία έχει λάβει εντολή και δίνει ευχές για την ανέγερση ναών, όχι για το γκρέμισμά τους». Ο αυτοκράτορας, ωστόσο, αγνόησε την άρνηση και έστειλε συνεργεία να κατεδαφίσουν τον ναό, αλλά, το 695, η τυραννική συμπεριφορά του οδήγησε σε λαϊκή εξέγερση υπό τον στρατηγό Λεόντιο και ο Καλλίνικος, υποστηρίζοντας την απομάκρυνση του τυράννου για να επέλθει ειρήνη στο κράτος, τάχθηκε με το μέρος των επαναστατών. Ο Ιουστινιανός ανατράπηκε, του έκοψαν τη μύτη και εξορίστηκε στην Κριμαία, ο δε Καλλίνικος έστεψε διαδοχικά τους νέους αυτοκράτορες, τον Λεόντιο (695) και αργότερα τον Τιβέριο Γ΄ (698).

Ομως, το 705, ο Ιουστινιανός κατάφερε να δραπετεύσει, συγκέντρωσε στρατό από Χαζάρους και Βουλγάρους, πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη και κατέλαβε ξανά τον θρόνο, εξαπολύοντας θηριώδες κύμα εκδίκησης. Ο πρώτος στόχος του ήταν ο πατριάρχης που συνελήφθη, υπέστη βασανιστήρια, ετυφλώθη και εξορίστηκε στη Ρώμη. Εκεί, ο Ιουστινιανός έδωσε άλλη εντολή, να τον εντοιχίσουν ζωντανό, με τον άγιο να αντέχει πολλές ημέρες προσευχόμενος πριν παραδώσει το πνεύμα του στον Θεό. Οταν οι Ρωμαίοι γκρέμισαν τον τοίχο, βρήκαν το λείψανό του άθικτο και το έθαψαν με μεγάλες τιμές στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στη Ρώμη.

Τιμάται επίσης η μνήμη: Λούππου, Αντωνίου Επισκόπου Σάρδεων, οσίου Νικολάου του Σικελιώτη και του οσίου Χαραλάμπους Καλυβιανής.

Πηγή: kathimerini.gr

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις