Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 30 Οκτωβρίου. Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.

Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:

  • Αστερία, Αστέριος
  • Ζηνοβία, Ζηνόβιος

Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Άγιοι Μάρτυρες και αυτάδελφοι Ζηνόβιος και Ζηνοβία, Απόστολοι Κλεόπας και Αρτεμάς, Μάρτυς Απολλωνία και Όσιος Θεράπων ο εν Λυθροδόντα

Μάρτυρες Ζηνόβιος και Ζηνοβία

Αδέλφια που έζησαν και μαρτύρησαν στην εποχή του Διοκλητιανού. Η καταγωγή τους ήταν από τις Αίγες της Κιλικίας, από οικογένεια που διακρινόταν για την ευλάβεια και την πίστη τους στον Χριστό. Μάλιστα, ο Ζηνόβιος ήταν ιατρός και παρείχε τις ιατρικές υπηρεσίες του χωρίς να παίρνει οποιαδήποτε μορφή αμοιβής, ενώ και τα δύο αδέλφια είχαν έντονη φιλανθρωπική δραστηριότητα σε διάφορους τομείς, ο δε Ζηνόβιος αργότερα χειροτονήθηκε επίσκοπος Αιγών. Η όλη αυτή ενασχόληση προκάλεσε την οργή των ειδωλολατρών και συγκεκριμένα του ηγεμόνα Λυσία, ο οποίος είχε σταλεί σε αυτή τη θέση εξουσίας από τον ίδιο τον Διοκλητιανό με εντολή να πατάξει τους χριστιανούς. Αρχικά διέταξε τη σύλληψη του Ζηνόβιου και προσπάθησε να τον πείσει να θυσιάσει και να αποδεχθεί τα είδωλα, με την προσδοκία να συμπαρασύρει έτσι και το ποίμνιο που τον ακολουθούσε. Στη θαρρετή άρνηση του μάρτυρα, ο Λυσίας διέταξε να τον βασανίσουν και, όταν η αδελφή του έμαθε την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο αδελφός της, προσήλθε στον χώρο κράτησής του και προσφέρθηκε να μαρτυρήσει μαζί του, πράγμα που τελικά έγινε με τη θανάτωσή τους δι’ αποκεφαλισμού το έτος 285.

Μάρτυρες Ζηνόβιος και Ζηνοβία ήταν αδέλφια που έζησαν και μαρτύρησαν στην εποχή του Διοκλητιανού. Η καταγωγή τους ήταν από τις Αίγες της Κιλικίας, από οικογένεια που διακρινόταν για την ευλάβεια και την πίστη τους στον Χριστό.

Απόστολοι Κλεόπας και Αρτεμάς

Ανήκαν στον ευρύτερο κύκλο των Εβδομήκοντα (70) Αποστόλων του Ιησού Χριστού, ο δε Κλεόπας είναι μία από τις αναγνωρίσιμες μορφές των Ευαγγελίων, καθώς το όνομά του συνδέεται με ένα από τα πρώτα θαύματα μετά την Ανάσταση του Κυρίου. Σύμφωνα με το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο (24, 13-31), την ημέρα της Ανάστασης, καθώς ο Κλεόπας και ένας ακόμη μαθητής βάδιζαν σκυθρωποί από την Ιερουσαλήμ προς την κώμη Εμμαούς, ο αναστημένος Χριστός τους πλησίασε μεταμορφωμένος, περπάτησε μαζί τους και τους εξήγησε τις Γραφές, χωρίς εκείνοι να τον αναγνωρίσουν. Τον αναγνώρισαν μόνο το βράδυ, όταν κάθισαν στο ίδιο τραπέζι και Εκείνος «έκλασε τον άρτον» (ευλόγησε και έκοψε το ψωμί), προτού γίνει άφαντος από τα μάτια τους. Κατά την παράδοση, ο Κλεόπας ήταν γιος του Ιωσήφ του Μνήστορος και μετά την Πεντηκοστή κήρυξε με ζήλο το Ευαγγέλιο, καταγγέλθηκε, όμως, στις ρωμαϊκές αρχές από ειδωλολάτρες και οδηγήθηκε στον ύπατο Αττικό, όπου υπέστη βασανιστήρια και μαρτύρησε για την πίστη του.

Ο Αρτεμάς υπήρξε στενός και πολύτιμος συνεργάτης του απ. Παύλου, με το όνομά του να διασώζεται στην Καινή Διαθήκη, και συγκεκριμένα στην προς Τίτον Επιστολή (3, 12), όπου ο Παύλος γράφει: «Όταν πέμψω Αρτεμάν προς σε ή Τυχικόν, σπούδασον ελθείν προς με εις Νικόπολιν». Αυτό δείχνει την απόλυτη εμπιστοσύνη που του είχε ο Παύλος για τη μεταφορά σημαντικών μηνυμάτων. Χειροτονήθηκε επίσκοπος της Λύστρας, αρχαία πόλη της Λυκαονίας στη Μικρά Ασία, όπου εργάστηκε σκληρά και αντιμετώπισε τις επιθέσεις των φανατικών εθνικών, καταφέρνοντας να οργανώσει ισχυρή χριστιανική κοινότητα. Αφού ολοκλήρωσε το έργο του και δίδαξε το Ευαγγέλιο με αυταπάρνηση, κοιμήθηκε ειρηνικά σε προχωρημένη ηλικία. Αποτμήματα των ιερών λειψάνων του φυλάσσονται σήμερα στην Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου στα Καλάβρυτα και στην Ιερά Μονή Κύκκου στην Κύπρο.

Η εμφάνιση του αναστημένου Χριστού στους δύο μαθητές στον δρόμο προς την Εμμαούς θεωρείται από τα πιο βαθιά και πλούσια σε θεολογικά νοήματα γεγονότα της Καινής Διαθήκης. Η διήγηση αυτή δεν είναι απλώς ιστορική καταγραφή, αλλά αποτελεί τον θεμελιώδη χάρτη για το πώς ο άνθρωπος συναντά τον Θεό μέσα στην Εκκλησία. 1) Η πορεία προς την Εμμαούς ως η «Κρίση της Πίστης». Οι δύο μαθητές βαδίζουν σκυθρωποί, απογοητευμένοι και γεμάτοι αμφιβολίες μετά τη Σταύρωση, λέγοντας χαρακτηριστικά: «ημείς δε ηλπίζομεν ότι αυτός εστιν ο μέλλων λυτρούσθαι τον Ισραήλ». Η Εμμαούς συμβολίζει την απομάκρυνση του ανθρώπου από την Ιερουσαλήμ, το κέντρο της πνευματικής ζωής, τη φυγή προς την απελπισία και τα επίγεια προβλήματα όπου η πίστη δοκιμάζεται. Ο Χριστός, όμως, δεν τους εγκαταλείπει. Γίνεται συνοδοιπόρος στην κρίση τους, δείχνοντας ότι ο Θεός βρίσκεται δίπλα στον άνθρωπο ακόμα και στις στιγμές της μεγαλύτερης αμφιβολίας του. 2) Η ερμηνεία των Γραφών. Ο Χριστός περπατά μαζί τους, αλλά τα μάτια τους είναι «κρατημένα» για να μην τον αναγνωρίσουν. Αντί να τους αποκαλύψει αμέσως την ταυτότητά του, αρχίζει να τους εξηγεί τι είχαν γράψει για Εκείνον ο Μωυσής και οι Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη, τονίζοντας έτσι ότι η Βιβλική Ιστορία δεν είναι μια ιστορική διαδρομή ενός έθνους, αλλά μια συνεχής προφητεία που εκπληρώνεται απόλυτα στο πρόσωπο του Χριστού. 3) Η κλάση του άρτου. Η κορύφωση του γεγονότος συμβαίνει στο δείπνο, τη στιγμή που ο Χριστός παίρνει το ψωμί, το ευλογεί, το τεμαχίζει και τους το προσφέρει. Τότε ακριβώς ανοίγουν τα μάτια τους, τον αναγνωρίζουν, και Εκείνος γίνεται άφαντος. Αυτή είναι η πιο κεντρική θεολογική αλήθεια της διήγησης, ότι δηλαδή ο Αναστημένος Χριστός αναγνωρίζεται πλήρως μόνο μέσα από το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Γιατί γίνεται άφαντος; Μόλις Τον αναγνώρισαν, Εκείνος εξαφανίστηκε από τα μάτια τους, επειδή πλέον δεν χρειαζόταν να τον βλέπουν σωματικά, καθώς ο Χριστός μεταφέρθηκε μέσα τους μέσω του ευλογημένου άρτου. Η παρουσία του στην Εκκλησία δεν είναι πια αισθητή με τα μάτια του σώματος, αλλά μυστηριακή. 4) Η επιστροφή στην κοινότητα. Μόλις ο Χριστός γίνεται άφαντος, οι μαθητές δεν μένουν στην Εμμαούς για να απολαύσουν ατομικά την εμπειρία τους, αλλά σηκώνονται αμέσως, μέσα στη νύχτα, και επιστρέφουν τρέχοντας στην Ιερουσαλήμ για να βρουν τους υπόλοιπους έντεκα Αποστόλους και να μοιραστούν τη χαρά της Ανάστασης. Η συνάντηση, λοιπόν, με τον Θεό δεν είναι μια ατομική ή εγωιστική υπόθεση, αλλά η αληθινή πνευματική εμπειρία που οδηγεί τον άνθρωπο πίσω στην κοινότητα της Εκκλησίας. Ο χριστιανός ολοκληρώνεται και επιβεβαιώνει την πίστη του μόνο όταν επανεντάσσεται στο σώμα των αδελφών του, ομολογώντας μαζί τους το «Χριστός Ανέστη».

Μάρτυς Απολλωνία

Η παρθένος και πρεσβύτις, ήταν μία από τις σεβάσμιες μορφές της πρώιμης Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας, η οποία υπέστη φρικτά βασανιστήρια κατά τη διάρκεια τοπικής εξέγερσης εναντίον των χριστιανών. Στη Δυτική Εκκλησία τιμάται στις 9 Φεβρουαρίου. Έζησε και έδρασε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου τον 3ο αι. και μαρτύρησε γύρω στο 248 – 249, λίγο πριν ξεσπάσει ο επίσημος μεγάλος διωγμός του αυτοκράτορα Δεκίου. Τα αγιολογικά κείμενα την ονομάζουν «παρθένο και πρεσβύτιδα», γεγονός που σημαίνει ότι βρισκόταν σε προχωρημένη ηλικία και είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή της στην υπηρεσία της Εκκλησίας, στη διδασκαλία των Γραφών και στη φροντίδα των απόρων. Οι λεπτομέρειες για το μαρτύριό της διασώθηκαν από επίσημη επιστολή του τότε επισκόπου Αλεξανδρείας Διονυσίου, την οποία παραθέτει ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας στην Εκκλησιαστική Ιστορία του.

Κατά τη διάρκεια μιας βίαιης εξέγερσης του ειδωλολατρικού όχλου της Αλεξάνδρειας, οι εθνικοί επιτέθηκαν στα σπίτια των χριστιανών, λεηλατώντας τις περιουσίες τους και σέρνοντάς τους στα δικαστήρια. Τότε συνέλαβαν και την ηλικιωμένη Απολλωνία και, για να την αναγκάσουν να προφέρει βλάσφημα λόγια κατά του Χριστού, άρχισαν να τη χτυπούν με αγριότητα στο πρόσωπο, σπάζοντας τα σαγόνια της και ξεριζώνοντάς της βίαια όλα τα δόντια. Στη συνέχεια, άναψαν μεγάλη πυρά έξω από την πόλη και την απείλησαν ότι, αν δεν αρνηθεί την πίστη της, θα την κάψουν ζωντανή. Η μάρτυς τότε τους ζήτησε να την αφήσουν ελεύθερη για λίγο, δίνοντας την εντύπωση ότι το σκέφτεται, αλλά μόλις λύθηκαν τα χέρια της, πήδηξε μόνη της με θάρρος μέσα στις φλόγες, προτιμώντας τον θάνατο παρά τη βλασφημία του Θεού. Λόγω του συγκεκριμένου βασανιστικού τρόπου του μαρτυρίου της, η Απολλωνία θεωρείται διαχρονικά η προστάτιδα όσων υποφέρουν από πονόδοντο, καθώς και η προστάτιδα των οδοντιάτρων. Στην Ελλάδα, οι οδοντίατροι την τιμούσαν ως επίσημη προστάτιδά τους μέχρι το 1967, έκτοτε, όμως, η ελληνική οδοντιατρική κοινότητα καθιέρωσε ως προστάτη της τον άγ. Αντίπα, επίσκοπο Περγάμου (11 Απριλίου).

«Των οδόντων εκρίζωσιν καθυπέμεινας και συντριβὴν των σων γνάθων, Απολλωνία σεμνή, εκλεκτή παρθενομάρτυς· και παρέδωκας σώμα το θείον σου πυρί, ίνα δρόσου θεϊκής παστάδος επαπολαύσῃς και χάριν λάβης οδόντων διώκειν άλγη τα κατώδυνα». (Σε ελεύθερη απόδοση: Υπέμεινες το ξερίζωμα των δοντιών και το σπάσιμο των σαγονιών σου, σεμνή Απολλωνία, και παρέδωσες το σώμα σου στη φωτιά, για να απολαύσεις τη δροσιά της θείας βασιλείας, λαμβάνοντας τη χάρη να διώχνεις τους έντονους πόνους των δοντιών).

Ιερομάρτυρας Ερμινίγγελδος (ή Ερμενεγίλδος – Hermenegild)

Πρίγκιπας των Βησιγότθων της Ισπανίας, ο οποίος απαρνήθηκε την αίρεση του Αρειανισμού, ασπάστηκε την Ορθόδοξη πίστη και θανατώθηκε μαρτυρικά από τον ίδιο του τον πατέρα. Γεννήθηκε στα μέσα του 6ου αι. και ήταν ο πρωτότοκος γιος του βασιλιά των Βησιγότθων Λιουβιγγέλδου (Leovigild) και της βασίλισσας Θεοδοσίας. Η βασιλική οικογένεια και ολόκληρο το έθνος των Βησιγότθων ακολουθούσαν την αίρεση του Αρειανισμού, ενώ οι Ισπανορωμαίοι την Ορθοδοξία, με τη θρησκευτική αυτή διαίρεση να προκαλεί ταραχές και εντάσεις. Ο πατέρας του τον διόρισε συμβασιλέα και του ανέθεσε τη διοίκηση της επαρχίας της Βαιτικής (Baetica, σημερινή Ανδαλουσία), με έδρα τη Σεβίλλη και παντρεύτηκε τη χριστιανή πριγκίπισσα Ινγούνδη, κόρη του βασιλιά των Φράγκων, η οποία αρνήθηκε πεισματικά να ασπαστεί τον Αρειανισμό. Κατά τη διαμονή του στη Σεβίλλη, ο Ερμινίγγελδος γνωρίστηκε με τον επίσκοπο Σεβίλλης Λέανδρο, υπό την πνευματική του καθοδήγηση του οποίου και την επιρροή της συζύγου του, απαρνήθηκε επίσημα τον Αρειανισμό, βαπτίστηκε χριστιανός και έλαβε το όνομα Ιωάννης.

Η μεταστροφή του διαδόχου προκάλεσε την οργή του πατέρα του, ο οποίος φοβήθηκε την απώλεια της πολιτικής ενότητας του βασιλείου και προσπάθησε αρχικά με υποσχέσεις, απειλές και παρακάλια να τον επαναφέρει στην αίρεση, εκείνος όμως παρέμεινε ακλόνητος στην πίστη του, γεγονός που οδήγησε σε ανοιχτή πολιτική και στρατιωτική ρήξη (579 – 584). Ο πρίγκιπας ζήτησε τη βοήθεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά ο στρατός του πατέρα του τελικά τον πολιόρκησε τη Σεβίλλη και για να αποφύγει την αιματοχυσία, ο Ερμινίγγελδος παραδόθηκε αφού έλαβε εγγυήσεις για τη ζωή του. Φυλακίστηκε στην Ταρραγόνα, αλλά την ημέρα του Πάσχα του 585, ο βασιλιάς έστειλε στη φυλακή έναν Αρειανό επίσκοπο, υποσχόμενος στον γιο του πλήρη αμνηστία αν δεχόταν να κοινωνήσει από τα χέρια του αιρετικού. Ο Ερμινίγγελδος αρνήθηκε κατηγορηματικά, με αποτέλεσμα ο εξοργισμένος Λιουβιγγέλδος να διατάξει τη θανάτωσή του. Αποκεφαλίστηκε μέσα στη φυλακή στις 13 Απριλίου 585 και η θυσία του δεν πήγε χαμένη, καθώς ο αδελφός του Ρεκαρέδος, που ανέβηκε αργότερα στον θρόνο, επηρεασμένος από το μαρτύριό του μετέστρεψε επίσημα ολόκληρο το Βησιγοτθικό Βασίλειο στον Χριστιανισμό κατά την Γ’ Σύνοδο του Τολέδου (589). Για πρώτη φορά, οι γερμανικής καταγωγής Βησιγότθοι κατακτητές και οι γηγενείς Ρωμαίοι απέκτησαν την ίδια πίστη, τους ίδιους νόμους και κοινή θρησκευτική παράδοση. Αυτό θεωρείται από τους ιστορικούς ως η «γέννηση της Ισπανίας». Στη Σύνοδο αυτή έγινε για πρώτη φορά στη Δύση η προσθήκη της φράσης «και εκ του Υιού» (Filioque) στο Σύμβολο της Πίστεως. Αν και έγινε με καλή πρόθεση, για να τονιστεί η θεότητα του Χριστού έναντι των Αρειανών, η προσθήκη αυτή αιώνες αργότερα αποτέλεσε τη βασική θεολογική αιτία για το Μεγάλο Σχίσμα (1054) μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας.

Όσιος Θεράπων ο εν Λυθροδόντα

Ένας από τους πιο αγαπητούς αγίους της Κύπρου, του οποίου η ζωή συνδέεται με τη μεγάλη ομάδα των 300 Αλαμάνων Αγίων. Σύμφωνα με την τοπική εκκλησιαστική παράδοση, ο όσιος ανήκε στην ομάδα των 300 χριστιανών ασκητών που εγκατέλειψαν την περιοχή της Παλαιστίνης και της Συρίας, μετά το άδοξο τέλος της Β’ Σταυροφορίας, αναζητώντας ησυχία και ασφαλές καταφύγιο. Το πλοίο τους ναυάγησε στις ακτές της Κύπρου, κοντά στην Πάφο και οι 300 διασκορπίστηκαν σε όλο το νησί για να ασκητέψουν σε απομονωμένα μέρη, με τον Θεράποντα να επιλέγει την ορεινή περιοχή του Λυθροδόντα, στους πρόποδες του όρους Μαχαιρά. Εγκαταστάθηκε σε σπήλαιο στην περιοχή, όπου έζησε με αυστηρή νηστεία, αγρυπνία και συνεχή προσευχή. Η φήμη του ως αγίου και θαυματουργού εξαπλώθηκε γρήγορα στους κατοίκους των γύρω χωριών και λέγεται ότι, όσο ζούσε, θεράπευσε πολλούς ασθενείς, ενώ μετά την κοίμησή του, το νερό που ανάβλυζε από το σπήλαιο ήταν θαυματουργό. Υπάρχουν δύο εκδοχές για το τέλος του. Η πρώτη λέει ότι κοιμήθηκε ειρηνικά στο ασκητήριό του μετά από πολλά χρόνια άσκησης, ενώ η δεύτερη ότι βρήκε μαρτυρικό θάνατο από Άραβες επιδρομείς που εισέβαλαν στο νησί, την ώρα που προσευχόταν στον ναό. Στο χωριό Λυθροδόντας υπάρχει μεγαλοπρεπής ναός αφιερωμένος στον όσιο, χτισμένος πάνω από το σημείο όπου βρισκόταν ο τάφος και το αγίασμά του και οι πιστοί καταφεύγουν σε αυτόν κυρίως για την ίαση σοβαρών ασθενειών.

Τιμάται επίσης η μνήμη: ιερομάρτυρος Μαρκιανού, Επισκόπου Συρακουσών, μάρτυρος Ευτροπίας, μαρτύρων Αστερίου, Κλαυδίου, Νέωνος και της αδελφής αυτών Νεονίλλης, μάρτυρος Μανουήλ, μάρτυρος Δομετίου, Ιωσήφ Α΄ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, οσιομάρτυρος Αββακούμ του Αθωνίτου και του ανωνύμου μιμητού αυτού, των εν Θεσσαλονίκη μαρτυρησάντων, Ελένης Βασιλίσσης Σερβίας, Στεφάνου Ούρεση Β’ Μιλούτι, βασιλέως Σερβίας, Δραγούτιν Βασιλέως Σερβίας, του δια του Μεγάλου και Αγγελικού σχήματος μετονομασθέντος Θεοκτίστου, Βαρνάβα, Επισκόπου Χβόσνο του Ομολογητού και Ιώταμ Ζεντγενίτζε.

Πηγή: kathimerini.gr

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις