Σπάρτη: Η Λέσχη Ανάγνωσης διάβασε τον «Παίκτη» του Ντοστογιέφσκι
Η Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης διάβασε το βιβλίο του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, «Ο παίκτης». Το κείμενο παρουσιάζει βασικά στοιχεία από τη ζωή του συγγραφέα και εστιάζει στο μυθιστόρημα, που γράφτηκε το 1866 μέσα σε 24 ημέρες, αντλώντας έμπνευση από τις εμπειρίες του στον τζόγο
Σχολιάζει ο Κώστας Παπαϊωάννου
Ο Φιοντόρ Ντοστογέφσκι, (1821 – 1881), Ρώσος συγγραφέας, με γονείς μορφωμένους μεσοαστούς, δευτερότοκος γιος ανάμεσα σε επτά αδέλφια, φοίτησε με τον μεγαλύτερο αδελφό του Μιχαήλ,<Μίσα> στη Σχολή Μηχανικού στην Αγία Πετρούπολη και αποφοίτησε το 1843. Παραιτήθηκε από αυτήν τον πρώτο κιόλας χρόνο και στράφηκε με πάθος στη λογοτεχνία, αφού ήδη από την εφηβική του ηλικία είχε αφομοιώσει όλους τους μεγάλους κλασικούς Σαίξπηρ, Ντίκενς, Μολιέρο, Θερβάντες, Σίλλερ, Μπαλζάκ, Γκόγκολ και Πούσκιν. . . Το πρώτο μυθιστόρημά του , οι φτωχοί, το 1846, επαινέθηκε από τους κριτικούς αλλά κυρίως από το κατεστημένο των Ρώσων διανοούμενων και θεωρήθηκε έργο μεγάλης πνοής και η απαρχή μιας νέας λογοτεχνίας. Από το 1846 έως το 1849 έγραψε 13 μυθιστορήματα διαμορφώνοντας ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό ύφος, που τον κατέτασσε στον κύκλο των ονειροπόλων και των αφηγητών της ιστορίας της ψυχής. Παρότι οι ήρωές του, εξαθλιωμένοι διανοούμενοι και άποροι κατώτεροι κοινωνικοί λειτουργοί απεικονίζουν τον πραγματικό κόσμο, ο ρεαλισμός του Ντοστογιέφσκι, είναι διαφορετικός από τους οπαδούς της λεγόμενης φυσιοκρατικής σχολής του Γκόγκολ. Στην διανοητική και συναισθηματική του ανάπτυξη, σοβαρά γεγονότα, επηρέασαν και καθόρισαν την συγγραφική του πορεία. Το πρώτο από αυτά, συνέβη το 1848, όταν εντάχθηκε στον επαναστατικό κύκλο του Πετρατσέφσκι και παρακολουθούσε τις εβδομαδιαίες συνεδριάσεις του, που στρέφονταν εναντίον του τσαρικού καθεστώτος και θεωρούσαν αναγκαίο να μεταλαμπαδευτούν στη Ρωσία οι ιδέες των Γάλλων διαφωτιστών και των ουτοπιστών σοσιαλιστών όπως του Φουριέ. Συνελήφθη μαζί με άλλους με την κατηγορία της συνωμοσίας για την ανατροπή του καθεστώτος, φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Γλύτωσε την τελευταία στιγμή το εκτελεστικό απόσπασμα και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο αναγκαστικής εργασίας στη Σιβηρία. Στην πόλη Ομσκ της Σιβηρίας, παρέμεινε τα υπόλοιπα 4 χρόνια, τα πιο μαρτυρικά της ζωής του. Μέσα στην πληθώρα εξευτελισμών και βασανιστηρίων, βρήκε παρηγοριά στην Αγία Γραφή και την Ορθοδοξία. Καρπός της τραγικής εμπειρίας του, ήταν το έργο του, Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων . . Απαλλάχτηκε τελικά από την κατηγορία και απέσπασε αμνηστία από τον Τσάρο, αφού έκανε αναγκαστική στρατιωτική θητεία από το 1859 έως το 1861. Τον Φεβρουάριο του 1857 θα γνωρίσει και έπειτα θα παντρευτεί τη Μαρία Ισάγιεβα, η οποία λίγο πριν είχε χηρέψει . Ανέλαβε την επιμέλεια ενός λογοτεχνικού περιοδικού, το οποίο εξέδιδε ο αδελφός του Μίσα, το Vremya(Χρόνος), όπου προπαγανδιζόταν η ιδέα της εθνικής σωτηρίας μακριά από επιμέρους ιδεολογικές αντιλήψεις. Αν και η ρητορική του περιοδικού υποστηρίχτηκε από πολλούς αναγνώστες, προκάλεσε πολεμική κυρίως για την ανοιχτή θέση που πήρε σχετικά με το πολιτικά φλέγον Πολωνικό ζήτημα. Η κυκλοφορία του απαγορεύτηκε τελικά το 1862. Τον ίδιο χρόνο, έκανε το πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό. Η αρνητική αντίδραση από τις πόλεις που επισκέφθηκε, καταγράφηκε με έντονα πολεμικό τόνο (Παρίσι, Λονδίνο, Κολωνία), για τον πολιτισμό τους κυρίως, στις χειμερινές σημειώσεις για καλοκαιρινές εντυπώσεις. Το 1863 ταξίδεψε 2η φορά στο εξωτερικό και συναντήθηκε στο Παρίσι με την Απολινάρια Σουσλόβα με την οποία αν και παντρεμένος, δημιούργησε δεσμό. Η προσωπικότητα της Σουσλόβα, ενέπνευσε και την αινιγματική προσωπικότητα της Πολίνα στον Παίχτη. Επέστρεψε στη Ρωσία έχοντας χάσει μεγάλα ποσά στη χαρτοπαιξία. Παραστάθηκε στην ετοιμοθάνατη γυναίκα του, και η ψυχική του κατάσταση τον οδήγησε στη συγγραφή του υπογείου του όπου για πρώτη φορά έθεσε το δίλημμα συναίσθημα ή λογική, το οποίο συνέχισε και στα επόμενα έργα του. Το 1864 αποπειράθηκε να εκδώσει ένα δεύτερο περιοδικό με τον αδελφό του, την εποχή αλλά και αυτό ήταν βραχύβιο, γιατί ο συγγραφέας, παρασυρμένος από το μεγάλο του πάθος τη χαρτοπαιξία, έχασε όλα του τα χρήματα και εφόσον δεν είχε να πληρώσει τους εκδότες, η κυκλοφορία του ανεστάλη. Λίγο πριν την κατάσχεση, τελειώνει το μυθιστόρημά του Έγκλημα και Τιμωρία, το οποίο θεωρείται και το αριστούργημά του. Σε αυτό, ο εγκληματίας, παραδίδεται ο ίδιος στην αστυνομία, προκειμένου να τιμωρηθεί παραδειγματικά, γιατί ο ήρωάς του ο Ρασκόλνικοφ, δεν μπορεί να υποφέρει την διαρκή καταδίωξη και την απομάκρυνσή του από τα ανθρώπινα . . !Παρά τη μεγάλη εμπορική επιτυχία, ο συγγραφέας αντιμετωπίζει ακόμα σοβαρά οικονομικά προβλήματα και καλείται από τον εκδότη του Στελόφσκι, να του παραδώσει ένα ακόμη μυθιστόρημα μέσα σε ένα μήνα, αλλιώς θα δέσμευε όλη τη συγγραφική του παραγωγή για τα έργα που είχε ήδη εκδώσει. Έτσι, ο συγγραφέας, μέσα σε 24 ημέρες, τον Οκτώβριο του 1966, θα γράψει τον Παίκτη του, χρησιμοποιώντας σαν έμπνευση τη δική του εμπειρία, αναθέτοντας την δακτυλογράφηση του κειμένου στην 17χρονη φοιτήτρια Άννα Γκριγκορίεβνα, που το 1867 γίνεται η δεύτερη σύζυγός του. Για να αποφύγει τους πιστωτές του, φεύγει για τα επόμενα τέσσερα χρόνια στο εξωτερικό, υποφέροντας μαζί της την ανέχεια και τις διαρκείς μετακινήσεις. Καρπός αυτής της περιόδου, είναι ο Ηλίθιος το 1868, ο Αιώνιος σύζυγος το 1870 και Οι δαιμονισμένοι, το 1871. Απέκτησαν δυο κόρες το 1868 και το 1869 που είχαν γεννηθεί στο εξωτερικό και πέθαναν σε βρεφική ηλικία και δυο γιους, τον Φιοντόρ το 1871 και τον Αλεξέι το 1875. Ανέλαβε και αρχισυντάκτης στην εβδομαδιαία εφημερίδα Ο πολίτης, από την οποία παραιτήθηκε μέσα σε ένα χρόνο λόγω προστριβών με τον εκδότη του. Επιτέλους βρήκε γαλήνη στη ζωή του, με την οικογένειά του, μοιράζοντας το χρόνο του μεταξύ πόλης,(Αγίας Πετρούπολης) και εξοχής,(Στάραγια Ρούσα).
Το 1875 κυκλοφόρησε το βιβλίο του Ο έφηβος, για το οποίο ένας κριτικός έγραψε ότι περιέχει δέκα μυθιστορήματα σε ένα , και πραγματεύεται την ατομική ελευθερία, ενώ το 1876 άρχισε να δημοσιεύεται σε συνέχειες Το ημερολόγιο ενός συγγραφέα, στο ομότιτλο περιοδικό που εκδίδει ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι και περιλαμβάνει και άρθρα για πολιτικά κοινωνικά και θρησκευτικά ζητήματα. Το αναγνωστικό κοινό της Ρωσίας έκανε ανάρπαστα τα τεύχη, δίνοντάς του τις τελευταίες χαρές της ζωής του. Η Ρωσική Ακαδημία του έδωσε τον τίτλο του Αντεπιστέλλοντος μέλους της το 1877 και το 1880 έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του , ενώ ο ίδιος έβγαλε τον πανηγυρικό λόγο, όπου εξήρε την οικουμενικότητα του Ρωσικού Πολιτισμού.
Συνέχισε να αρθρογραφεί στο ημερολόγιο ενός συγγραφέα, υπό τη μορφή δημοσιογραφικού διαλόγου με το αναγνωστικό κοινό . Το κύκνειο άσμα του ήταν η συγγραφή του επικού Αδελφοί Καραμαζόφ , όπου γίνεται το σημείο συνάντησης όλων των θεμάτων που στο πέρασμα των χρόνων είχαν γοητεύσει και βασανίσει τον συγγραφέα: το ηθικό κακό και η θέληση του ανθρώπου για τη διάπραξή του. Εκεί, ένας από τους ήρωες, ο Αλιόσα Καραμάζοφ, παρουσιάζεται σαν σοσιαλιστής και ριζοσπάστης!
Ο Ντοστογιέφσκι πεθαίνει σε ηλικία 60 ετών στην Αγία Πετρούπολη τον Ιανουάριο του 1881.
Διεξοδικά θα αναφερθούμε πιο κάτω με τον Παίχτη του συγγραφέα, μυθιστόρημα όπου εμπεριέχει τις μνήμες από την πρόσφατη δραστηριότητά του στα καζίνο της κεντρικής Ευρώπης αλλά και τις εμπειρίες που έχουν καταγραφεί στο νευρικό του σύστημα, είτε ως παρίας και ξεπεσμένος αστός, είτε ως βαρυποινίτης φυλακισμένος που τον βασανίζουν και βασανίζεται, είτε ως κρατούμενος που του ανακοινώνουν τη θανατική του καταδίκη και βρίσκεται με κλειστά μάτια εμπρός στο απόσπασμα, είτε ως φυγάς του εξωτερικού προκειμένου να αποφύγει κατασχέσεις και άλλες επαχθείς ποινές, είτε ως νοσηλευτής ετοιμοθάνατου, είτε ως πατέρας που χάνει το παιδί του, είτε ως μοιχός, είτε ως απελπισμένος από τα ανθρώπινα, που βρίσκει παρηγοριά στο Ευαγγέλιο και τη Θρησκεία!
Γράφει ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος μελετητής του μεγάλου συγγραφέα, στο βιβλίο του «Ο μεγάλος αμαρτωλός», απ’ όπου και η παρακάτω επιστολή:
Φίλε μου Μίσα, έγραφε ο Ντοστογιέφσκι, τον Σεπτέμβριο του 1863 από το Παρίσι, συνοδεύοντας το γράμμα του μ’ ένα ποσό κερδισμένο στο καζίνο του Βισμπάντεν: «Στο Βισμπάντεν έφτιαξα ένα σύστημα παιχνιδιού, το εφάρμοσα και κέρδισα αμέσως 10.000 φράγκα. Το πρωί δεν το εφάρμοσα, παθιάστηκα κι αμέσως έχασα. Το βράδυ ξαναγύρισα στο σύστημά μου, το εφάρμοσα με κάθε αυστηρότητα και κέρδισα πάλι με άνεση 3.000 φράγκα. Πες μου λοιπόν: ύστερα απ’ αυτό, πώς να μείνεις απαθής, πώς να μην πιστέψεις ότι αν ακολουθούσα αυστηρά το σύστημά μου η ευτυχία θα’ ταν στα χέρια μου; Και μου χρειάζονται λεφτά. Για μένα, για σένα, για τη γυναίκα μου, για να γράψω το μυθιστόρημά μου. Εδώ, έτσι στ’ αστεία, κερδίζουν δεκάδες χιλιάδες. Ναι, αυτό το ταξίδι το έκανα για να σωθούμε όλοι μας και να εξασφαλίσω κι εγώ τον εαυτό μου από τη δυστυχία»…
Σημειώνει ακόμα ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος στο βιβλίο του: . . .Λίγες μέρες αργότερα, ταξιδεύοντας από το Παρίσι για την Ιταλία, ο Ντοστογιέφσκι ξαναπέρασε από το καζίνο, αλλά αυτή τη φορά δεν κέρδισε. Έμεινε με 35 μόλις φράγκα. Όμως, «τα χαμένα του λεφτά, ο Ντοστογιέφσκι τα έκανε αμέσως ιδέες». Επίσης συμπληρώνει . . .
Τότε ήταν που άρχισε να διαμορφώνεται μέσα του το σχέδιο του «Παίκτη». Ένα γραπτό για τον πυρετό του τζόγου, την αδιέξοδη μανία του ρίσκου, Αυτή η καυστική ιστορία του, η γεμάτη μαύρο χιούμορ, παραμένει στην ιστορία της λογοτεχνίας ως μια οξυδερκής ανατομία ενός πάθους και μιας εποχής. . .
Έτσι βλέπουμε να διαμορφώνει ο συγγραφέας, ένα θίασο ετερόκλητων προσωπικοτήτων, που ζει και πάσχει γύρω από μια ρουλέτα σε ένα φανταστικό καζίνο μιας φανταστικής πόλης, όπου συρρέουν άνθρωποι, κυρίως Ευρωπαίοι, με διάφορα κοινωνικά και ηθικά χαρακτηριστικά καθοδηγούμενοι από το πνεύμα του ρίσκου αλλά και της υποτιθέμενης εξουσίας, που προσφέρει η εφήμερη επιτυχία και το κέρδος. Η άλλη πλευρά του ρίσκου, είναι η ήττα, η αποτυχία, όπου το baccarat, το black Jack το χαρτοπαίγνιο, τα ζάρια και τα άλλα συναφή, γίνονται χοάνες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της αντοχής και της ψυχικής υγείας Οι αντιδράσεις και στη μια περίπτωση και την άλλη, είναι ο εθισμός, η πλεονεξία, η αυτοκαταστροφική μανία, η δημιουργία εγωκεντρισμού και η έλλειψη ηθικής συνείδησης!
Πρωταγωνιστής, του θιάσου, ο Αλεξέι .Ιβάνοβιτς, ένας 23χρονος Ρώσος του εξωτερικού, αυθόρμητος και καλλιεργημένος, που διαμαρτύρεται, αμφισβητεί και υπακούει . . ! Έχει προσληφθεί σαν δάσκαλος των παιδιών ενός αυτόκλητου αριστοκράτη Ρώσου απόστρατου με το βαθμό του στρατηγού, που .άγεται και φέρεται από τις ιδιοτροπίες της μνηστής του, μιας Παριζιάνας κυρίας αμφιβόλου ηθικής, της μαμζέλ Μπλανς και της μητέρας της. Η προγονή του ¨στρατηγού, η μυστηριώδης και γοητευτική Παυλίνα Αλεξαντρόβνα, είναι πόλος έλξης, τόσο για τον ίδιο τον πρωταγωνιστή, τον Αλεξέϊ, που όμως τον υποτιμά και τον χρησιμοποιεί κατά κόρον, όσο και για τον Άγγλο νεαρό κύριο Άστλυ, που για χάρη της, ακολουθεί με συγκρατημένο ενδιαφέρον τον θίασο. Σοβαρός αντίζηλος ο γαλλο-αναθρεμμένος δήθεν αριστοκράτης, δήθεν μαρκήσιος, στην ουσία ένας τυχοδιώκτης τοκογλύφος των σαλονιών και των καζίνων, ο κύριος ντε Γκριέ, που όμως για λόγους οικονομικούς και συναισθηματικούς,, προκαλεί το ενδιαφέρον της Παυλίνας και το φόβο του Στρατηγού.. Σε δεύτερους ρόλους, το θίασο πλαισιώνουν η αδελφή του Στρατηγού Μαρία Φιλίποβνα και ο μικρός πρόγονός του, που αποχωρούν από την σκηνή, πριν αρχίσει η μεγάλη δράση. και . .το υπηρετικό προσωπικό, καμαριέρα-κουβερνάντα, αμαξάς-υπηρέτης. Καταλυτική η ξαφνική εμφάνιση της <γιαγιάς που πεθαίνει>, Αντωνίνας Βασιλέγεβνας, συγγενής που υποτίθεται ότι πνέει τα λοίσθια, και που στην περιουσία της, μετά θάνατον, προσβλέπουν ο Στρατηγός και όλοι οι υπόλοιποι. Η 74αχρονη Αντωνίνα, έρχεται για να τους ξεκαθαρίσει ότι άδικα ελπίζουν ότι θα την κληρονομήσουν και να τους συνετίσει να απομακρυνθούν από τον τζόγο πάραυτα, γιατί ήδη τα οικονομικά της οικογένειας είναι οικτρά και δεν υπάρχουν άλλο περιθώριο!
Στην πορεία και σε διάστημα μικρότερο από ένα μήνα, μέσα στη φρενίτιδα του πάθους του παιχνιδιού, ισορροπίες θα ανατραπούν, προσωπεία θα πέσουν, περιουσίες θα εξανεμιστούν, θα γίνουν ανίερες συμμαχίες, άλλοι θα αποχωρήσουν, άλλοι θα επωμισθούν καινούριους ρόλους , άλλοι θα παραμείνουν, τζογάροντας περιοδικά, κερδίζοντας ή χάνοντας, αντλώντας δύναμη από τα ίδια τους τα λάθη, και που το να παραμείνουν εκεί κοντά στη ρουλέτα με τους πονηρούς κρουπιέρηδες, τους κλέφτες, τους κόλακες και τους απατεώνες κάθε τύπου, θεωρούν το μόνο σωστό για τη δεδομένη περίσταση!Ο στρατηγός, αφού δεν μπορεί πια να τζογάρει, πριν ξαναενωθεί με την Μπλανς στο Παρίσι, γυρίζει πίσω στη Ρωσία για να περισώσει ότι του απομένει, όχι πάντως την αξιοπρέπειά του την οποία έκανε φύλλο και φτερό ο ψευτομαρκήσιος, ο οποίος αφού πήρε όσα χρεωστούμενα μπορούσε από την δεσποινίδα Παυλίνα, εξαφανίστηκε προς άγρα καινούριου θύματος υποδυόμενος άλλους ρόλους. . .Η Παυλίνα αφού εξόφλησε τον ντε Γκριέ με ό,τι είδους δάνειο μπόρεσε να τακτοποιήσει, στράφηκε προς τον άχρωμο Άγγλο θαυμαστή της, τον κύριο Άστλυ, εξομολογούμενη μια πιστευτή ιστορία, προδομένου έρωτα και συγχώρεσης προς όλες τις κατευθύνσεις ακόμα και προς τον Αλεξέι που κακώς την κατεδίωκε με τον φορτικό έρωτά του. . .τόσο συμπονετική μάλιστα, που του χαρίζει μέσω του Άστλυ, λίγα χρήματα προκειμένου να αποφύγει τη φυλακή! Η γηραιά κυρία, η Αντωνίνα Αλεξέγιεβνα, ύστερα από ένα μήνα σχεδόν διαρκούς τζογαρίσματος, κερδίζοντας και χάνοντας στη ρουλέτα και στον Μπλακ Τζακ, αφού δεν μπορεί να ρεφάρει, παραδίδει και το τελευταίο φιορίνι από την κινητή της περιουσία και γυρίζει στην πατρίδα της, πραγματικά καταβεβλημένη και άρρωστη, έχοντας τελικά καταφέρει να γίνει ότι οι οικείοι επιθυμούσαν: μια γριά, λίγο πριν τη μεγάλη έξοδο. . ! Αυτός όμως που εξωθεί τις καταστάσεις σε έσχατο σημείο, είναι ο ίδιος ο Αλεξέι. πιστεύοντας ότι ένα πάθος θεραπεύεται με ένα άλλο ισοδύναμο πάθος, όταν αισθάνεται ότι χάνει την Παυλίνα, στρέφεται προς την μαμζέλ Μπλανς, η οποία ως γνήσια επαγγελματίας, δεν μπορεί να συντροφεύει πλέον τους χαμένους και γυρίζει στο Παρίσι, στο χώρο της, τα καμπαρέ και τις μεγάλες λεωφόρους. Αφού τινάζει τη μπάνκα στον αέρα, της παραχωρεί τα ανέλπιστα κέρδη του. Όχι μόνο της δίνει να διαχειριστεί τα κέρδη του, κρατώντας για τον εαυτό του ένα μικροποσό, σαν επιμίσθιο, σαν να είναι λακές στην υπηρεσία της Αυτής Μεγαλειότητας, αλλά ανέχεται και τις ερωτικές αταξίες της, τις σπατάλες και τις προσβολές της, βιώνοντας μέχρι τα μύχια της ψυχής του την decadence, πιστεύοντας ίσως ότι έτσι θα γιατρέψει το πάθος του με ένα άλλο μεγάλο λάθος-πάθος. Το τέλος της ιστορίας τον βρίσκει να επαιτεί για μερικά φιορίνια προκειμένου να παίξει και να χάσει για εκατομμυριοστή φορά, να εργάζεται σαν γκρουμ σε ξενοδοχεία και εν τέλει να κινδυνεύει να συλληφθεί γιατί αφαίρεσε κάποια κέρδη από κάποια τσέπη στο καζίνο. . .
Στο μυθιστόρημά του ο παίχτης, ο Ντοστογιέφσκι, προσπαθεί να αναλύσει και να δικαιολογήσει τους δαίμονές και συγκεκριμένα το πάθος του για τη ρουλέτα και τα τυχερά παιχνίδια, μεταθέτοντάς το, στον ήρωά του τον Αλεξέι Ιβάνοβιτς, Σ' αυτό το έργο, υπερισχύουν τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, η τρέλα για το παιχνίδι, ο χωρίς ανταπόκριση έρωτας, η τάση για πλεονεξία, το αίσθημα της υποτίμησης και η ψευδής αυτοπεποίθηση που δημιουργεί το εύκολο κέρδος, η επιβίωση στις κακουχίες, η δύναμη της τύχης και του μοιραίου. . ! Ο συγγραφέας βάζει τους ήρωές του να στροβιλίζονται μέσα στην εποχή τους και μες στα πάθη τους, καθένας στη δική του κόλαση!.