Πώς να τους πω για να με καταλάβεις;
Εγώ αλλιώς τα ήξερα και αλλιώς μου τα λέτε.
Μου λέτε, λοιπόν, ότι με μια φράση μου και μόνον (!) μπορεί να τους προσβάλω, να τους θίξω, να τους δημιουργήσω ψυχολογικό πρόβλημα… Κι εγώ σας ακούω. Τι έχω πάθει άραγε;
Σεις λοιπόν, που ηγείσθε της λογικής, μου λέτε ότι πρέπει να σέβομαι ποιους: Τις ομάδες με ομοιογενή κοινωνικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή; Τους εργάτες της γειτονιάς μου;
Ποιους εννοείτε; Για να δούμε λοιπόν ποιους εννοείτε:
- Αυτούς που μου κλέβουν το λάδι από την αποθήκη.
- Αυτούς που μου κλέβουν την τσάντα από το αυτοκίνητο.
- Αυτούς που μου σπάνε το σπίτι.
- Αυτούς που μου έκαναν διάρρηξη στο μαγαζί.
- Αυτούς που με απειλούν στο δρόμο.
- Αυτούς που βρώμισαν το χωράφι.
- Αυτούς που κλέβουν ρεύμα (ενώ εγώ δεν έχω να το πληρώσω).
- Αυτούς που κλέβουν νερό (ενώ εγώ δεν έχω να το πληρώσω).
- Αυτούς που οδηγούν χωρίς δίπλωμα (ενώ εμένα μου το αφαιρείς).
- Αυτούς που μου κλέβουν τη σειρά στα επείγοντα του Νοσοκομείου.
- Αυτούς που επαιτούν παράνομα.
- Αυτούς που πουλάνε χαλκό στην αγορά.
- Αυτούς που κλέβουν το αυτοκίνητό μου για να κάνουν ληστεία;
- Αυτούς που κοιτούν κατάματα για να σκύψω το κεφάλι.
- Αυτούς που οπλοφορούν παράνομα (ενώ εμένα μου πήρες το τσαγκρί του παππού).
- Αυτούς που ακούνε στη διαπασών Παϊτέρη.
- Αυτούς που δέρνουν Αστυνομικούς.
- Αυτούς που «γαζώνουν» τον αέρα για πλάκα.
- Αυτούς που σήκωσαν ολόκληρη μαζεμένη σοδειά μου.
- Αυτούς που κάνουν επικίνδυνους ελιγμούς σε δημόσιους δρόμους.
- Αυτούς που κάνουν ουρά σε ΑΤΜ για επιδόματα και ενισχύσεις.
- Αυτούς που έχουν μάνες αλλά είναι αγνώστου πατρός.
- Αυτούς που αγοράζουν με άνεση σπίτια στα χωριά μας (ενώ εμένα μου το παίρνει η Τράπεζα).
- Αυτούς που μου κάνουν τη ζωή μου δύσκολη.
- Αυτούς που ταπείνωσαν τον γέρο πατέρα μου.
- Αυτούς που φοβίζουν την γερόντισσα μάνα μου.
- Αυτούς που φτιάχνουν γκέτο στην ύπαιθρο.
- Αυτούς που μπαινοβγαίνουν στα Κρατητήρια.
- Αυτούς που κατέλαβαν την Πατρίδα μου.
Θέλεις να τους κατονομάσω για να τους βρεις; Λέγονται: ομάδες με ομοιογενή κοινωνικά χαρακτηριστικά. Άντε βρες τους.
Θυμάσαι που σου έγραφα πριν από καιρό; Δεν με άκουγες… Δυστυχώς επιδεινώνεται:
«Σαν μεθυσμένος γύφτος!»
«Στοχάζεται κανείς και προσπαθεί να μην ρίξει τη γέφυρα ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο. Συλλογίζεται ότι όλοι άνθρωποι του Θεού είμαστε, γιατί να γίνει διαχωρισμός.
Σκέπτεται κάποιος αν έχει άλλο απόθεμα υπομονής και ανοχής για να δώσει κι άλλες ευκαιρίες σε αυτούς που η μοίρα φαίνεται να τους θέλει έτσι.
Παρατηρεί σχεδόν κάθε έντιμος πολίτης ότι αυτό δεν έχει τέλος. Δεν έχει λογική. Δεν έχει ελπίδα.
Ακόμα και αν αφήσεις τη σκέψη σου να ξεφύγει εκτός πραγματικότητας για να δεις ένα ονειρεμένο κόσμο ίσων ευκαιριών και ίδιων δικαιωμάτων, δεν μπορείς να τον δεις εκτός και αν «μεθύσεις» κι εσύ για να ξεφύγεις…
Σήμερα μια γροθιά στο στήθος μια κοπέλας. Χθες μια κλωτσιά σε μια ηλικιωμένη. Προχθές ξύλο ανελέητο σε έναν αστυνομικό, πιο παλιά μια μαχαιριά στον παππού μπροστά στο τζάκι.
Πόσο να αντέξεις. Ακούς έναν να φουσκώνει από οργή και την άλλη μέρα να ζητάει συγνώμη που είπε την αλήθεια. Βλέπεις άλλον να περνά παραμονές εκλογών από καπνισμένες γειτονιές και θλίβεσαι. Όλοι συμφωνούν αλλά κανείς δεν έχει γνώμη…
Άλλαξε λέει η εποχή, και από τα τετζερέδια περάσαμε στις ζάντες. Νέα ήθη και έθιμα με like και άφιλτρο σε χέρια παιδικά.
Στοχάζεσαι πως κι έγινε αυτό και μέσα σε 4 εποχές του χρόνου ρήμαξαν τα χωριά. Πως μπορεί τόσο λίγοι να τρομάζουν τόσους πολλούς. Το πρωί πολίτες αδέλφια, το βράδυ αλήτες, πουλιά…
Άλλαξαν οι εποχές. Κάποτε μεθούσε και πλήρωνε… Σήμερα μεθά και δέρνει…
Συλλογίζεσαι, όχι ελεύθερα πια, γιατί άλλος πίνει και άλλος πληρώνει στη «δίκαιη» κοινωνία μας…»