Το 1970, όσο μπορώ να θυμάμαι, χωριά όπως αυτά της Φάριδας αποκτούσαν δίκτυο νερού. Τα παιδιά των οικογενειών γύριζαν και έφτιαχναν τα πατρικά σπίτια. Το 1980 κάποιοι εγκαταστάθηκαν σε αυτά και το 1990 τα χωριά απέκτησαν και πάλι ζωή και κίνηση μετά τη φυγή του 1960 σε Αθήνα και Εξωτερικό.

Μετά το 1990 εργατικά χέρια που ήρθαν από Βόρεια Ήπειρο, Αλβανία και Ρουμανία, έσωσαν και τα χωράφια και γύρω στο 2000 θα έλεγε κανείς ότι υπήρχε, πλούτος, προκοπή και ευτυχία. Νοικοκυραίοι, εργατικοί και προσαρμοσμένοι.

Όμως, μια απόφαση της Πολιτείας μετέτρεψε αυτά τα χωρία μέσα σε 25 χρόνια σε στίβο εξάσκησης παραβατών, κακούργων και εγκληματιών.

Δίπλα στο σπιτικό του παππού και της γιαγιάς που αναβίωνε εγκαταστάθηκαν άνθρωποι με ομοιογένεια, όπως λέει η Πολιτεία. Άνθρωποι με την παρανομία στο αίμα τους. Ζουν παρανομώντας από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί.

Κλέβουν ρεύμα, δεν έχουν κανόνες υγιεινής, θορυβούν. Αλλά δεν έμειναν σε αυτό. Η ανοχή των νοικοκυραίων έμοιαζε με αδυναμία. Αυξάνονται και πληθαίνουν, γιατί η Ελληνική Πολιτεία, την ώρα που κλέβει τις επιδοτήσεις των αγροτών δίνει πλούσια επιδόματα στους ομοιογενείς για να γεννήσουν, για να πάνε σχολείο, για να φάνε, για να πάνε στον γιατρό, για να πάρουν κινητό και τάμπλετ. Και αυτοί τι κάνουν;

Την εποχή που η γιαγιά και ο παππούς έχουν πλέον φτωχύνει, νοικοκυραίοι άνθρωποι και δεν έχουν να δώσουν χαρτζιλίκι στο εγγόνι τους, που είναι πλέον ένα και μοναδικό, οι άλλοι κλέβουν ελιές,, λανάρες, ανοίγουν σπίτια και κτυπούν τους ηλικιωμένους μέρα μεσημέρι.

Και τι έγινε στη συνέχεια της ιστορίας μας;

Γέννα στη γέννα γίνονται οι πολλοί. Οι ηλικιωμένοι παθαίνουν και πεθαίνουν. Οι νέοι φεύγουν πάλι. Και οι άλλοι πλέον δέρνουν ακόμα και αστυνομικούς, κλέβουν αυτοκίνητα, σαρώνουν τον χαλκό, οδηγούν επικίνδυνα, φτιάχνουν γκέτο σε κάθε χωριό και αρχίζουν να διαλύουν κάθε έννοια έννομής τάξης και γαλήνιας ζωής. Χωριά ευλογημένα γίνονται αγνώριστα.

Όσοι από αυτούς συλλαμβάνονται βγαίνουν από την άλλη πόρτα γιατί είναι ανήλικοι... Όσοι δεν είναι ανήλικοι κάνουν κοινωφελή εργασία. Ας γελάσω ή ας κλάψω. Κοινωφελή εργασία οι εγκληματίες που εκτίουν ποινή για να χαρτογραφήσουν τους επόμενους στόχους τους.

Και όταν επανέλθουν, με περισσότερο μίσος και απόλυτο θράσος, δεν αφήνουν πόρτα κλειστή. Προσκεφάλι στη θέση του. Λες και δεν υπάρχει νόμος.

Ζούμε πλέον στη χώρα του γυμνού καλωδίου…

Η Αστυνομία κυνηγά σαν τη γάτα το ποντίκι. Ένα παιχνίδι που φαίνεται ανίκανος να λήξει ο «αιώνιος» υπουργός Προστασίας του Πολίτη.

Καταστράφηκε το βιός μας κύριε Χρυσοχοΐδη.

Ο τόπος μας μαράζωσε κύριε υπουργέ. Τα χωριά μας μαγαρίζονται κάθε μέρα. Η εμπορική αξία στα τάρταρα. Η συναισθηματική αξία έχει γίνει ενοχή, πίκρα και πόνος.

Μας πήρατε την περιουσία και την μνήμη μας με τη βία μέσα σε 30 χρόνια. Μας ρημάξατε τη ζωή.

Η Σπάρτη είναι μια πόλη με ένα μικρό κέντρο και δεκάδες χωριά. Τα χωριά είναι οι πνεύμονες της, τα νεφρά της και το συκώτι της. Η καρδιά του κέντρου θα σταματήσει χωρίς αυτά. Για έχουν καρκινώματα παντού…

Είμαστε ξένοι στον τόπο μας. Δεν μπορούμε να ανάψουμε καντήλι στους νεκρούς μας. Να βγούμε στη φύση με τα παιδιά μας. Να αφήσουμε μια πόρτα ανοικτή. Να ζήσουμε σαν άνθρωποι.

Σε λίγα χρόνια, σε 10 – 20 όταν θα έχει διαμορφωθεί ο τόπος θα λέμε για μια εποχή που χωρίς να έχει γίνει ο γνωστός πόλεμος κάποιοι, ομοιογενείς, κατέκτησαν τον τόπο μας. Θα λέμε ότι τότε από το 2000 έως 2030 χάθηκε η ζωή στην ύπαιθρο και στα χωριά μας. Χάθηκε μέρος της ταυτότητάς μας. Να και το Δημογραφικό, να και η ακρίβεια, να και η ανεργία. Πληγές που χτυπούν μόνον τους νομιμόφρονες πολίτες.

Αν όλα αυτά κάποιοι τα θεωρείτε υπερβολή, όπως μας λένε συχνά εκπρόσωποι της Κυβέρνησης, τότε σας προτρέπω:

Πηγαίνετε μια βόλτα σε ένα από τα χωρία. Αφήστε το αυτοκίνητο σας, κλειδώστε το και περπατήστε με την τσάντα σας στον ώμο στους δρόμους του χωριού. Κάντε δηλαδή ότι κάνει όλος ο κόσμος σε όλο τον κόσμο.

Δεν θα τα καταφέρετε. «Λατσί ντιβές» Σπάρτη…

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις