Οι συμφωνίες Ελλάδας- Ιταλίας, Ελλάδας- Αιγύπτου και η αναμενόμενη ΑΟΖ με την Κύπρο
Γράφει ο Χρήστος Ηλ. Τσίχλης*
Οι δυο συμφωνίες της Ελλάδος για την οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) με την Ιταλία στις 9 Ιουνίου 2020 και με την Αίγυπτο στις 6 Αυγούστου 2020, κυρώθηκαν και απέκτησαν την ισχύ που ορίζεται στο άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, με το νόμο 4716/2020 (ΦΕΚ Α ´ 163 / 28.8.2020) και με το νόμο 4717/2020 (ΦΕΚ Α ´ 164/28.8.20).
Η Ελλάδα διατηρεί το αναφαίρετο και κυριαρχικό δικαίωμα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα μονομερώς έως τα 12 ναυτικά μίλια, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), το οποίο θα ασκήσει όποτε και όπως κρίνει η ίδια. Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (1982) ορίζει ρητά ότι κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να καθορίσει το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης του μέχρι το όριο των 12 ναυτικών μιλίων.
Η διάταξη αυτή αποτελεί κανόνα του διεθνούς εθιμικού δικαίου. Δεσμεύει όλα τα κράτη, ακόμη και εκείνα που δεν έχουν συνυπογράψει τη Σύμβαση (όπως η Τουρκία). Η άσκηση του δικαιώματος αυτού γίνεται αποκλειστικά με μονομερή δήλωση/νομοθεσία του παράκτιου κράτους. Δεν απαιτείται προηγούμενη διαβούλευση, συμφωνία ή έγκριση από άλλα κράτη.
Το δικαίωμα επέκτασης στα 12 ναυτικά μίλια, εφαρμόζεται εξίσου τόσο στις ηπειρωτικές ακτές όσο και σε όλα τα νησιά, ανεξαρτήτως μεγέθους. Η Ελλάδα έχει ήδη ασκήσει αυτό το μονομερές δικαίωμα, το 2021 στο Ιόνιο Πέλαγος, επεκτείνοντας τα χωρικά της ύδατα από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια. Για την υπόλοιπη επικράτεια (Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο), η Ελλάδα, διατηρεί το δικαίωμα να το πράξει στο μέλλον, όποτε το κρίνει σκόπιμο.
Το 1995, η Τουρκική Εθνοσυνέλευση εξουσιοδότησε την κυβέρνηση της Τουρκίας, να χρησιμοποιήσει στρατιωτικά μέσα εάν η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στο Αιγαίο πέραν των 6 ναυτικών μιλίων. Η Αθήνα και η Κύπρος, μπορούν σήμερα, υπό το φως των εξελίξεων που σημειώνονται, να ανακοινώσουν την έναρξη συζητήσεων για καθορισμό θαλάσσιων ζωνών.
Η αποτροπή περνά μέσα και από τη λογική του «ισοδύναμου τετελεσμένου». Αυτή η πολιτική δεν ανακαλύφθηκε τώρα. Είναι ένα εργαλείο, που προσφέρεται για αποτροπή και δίνει δυνατότητες διαχείρισης στο διπλωματικό πεδίο.
Η οριοθέτηση μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου θεωρείται κομβική, καθώς συνδέεται άμεσα με το αν οι δύο χώρες έχουν εφάπτόμενη (συνορεύουσα) ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο, κάτι που επηρεάζεται από την επήρεια του συμπλέγματος του Καστελόριζου.
Υπενθυμίζεται ότι μετά το μνημόνιο Τουρκίας και Λιβύης, το 2019, η Αθήνα προχώρησε σε συμφωνία με το Κάιρο (2020). Η επιλογή της τμηματικής οριοθέτησης μεταξύ 27ου και 28ου μεσημβρινού, άφηνε ανατολικότερα πεδίο δράσης στην Τουρκία.
Πρέπει να σημειωθεί ότι τα τελευταία χρόνια υπήρξαν ευκαιρίες και η Τουρκία πρόσφερε αφορμές για να προχωρήσει η ανακήρυξη ΑΟΖ ( αποκλειστικής οικονομικής ζώνης) μεταξύ Ελλάδος και Κύπρου. Η πρώτη ευκαιρία ήταν όταν ανακοινώθηκε το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η δεύτερη τώρα, με την κύρωσή του.
Στο ενδιάμεσο υπήρξαν και κάποιες κινήσεις της Άγκυρας με άλλες γειτονικές χώρες, όπως η Συρία, οι οποίες δεν προχώρησαν μετά την παρέμβαση της κυπριακής πλευράς και της Ευρωπαΐκής Ένωσης.
Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει υπογράψει συμφωνίες οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών με την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τον Λίβανο, ενώ η κυβέρνηση του Λιβάνου ενέκρινε πέρυσι τα θαλάσσια σύνορά της με την Κύπρο. Παράλληλα, η Ελλάδα υπέγραψε συμφωνία με την Αίγυπτο το 2020.
Ωστόσο, δεν έχει υπογραφεί ακόμη αντίστοιχη συμφωνία με την Ελλάδα. Μια ελληνοκυπριακή οριοθέτηση ΑΟΖ αποτελεί εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα, καθώς συγκρούεται άμεσα με τις διεκδικήσεις της Άγκυρας.
Η συμφωνία μερικής οριοθέτησης Ελλάδας – Αιγύπτου, που στην πραγματικότητα ακύρωσε το τουρκολιβυκό μνημόνιο, στις 6 Αυγούστου 2020 κρατήθηκε μυστική μέχρι την υπογραφή της από τους τότε Υπουργούς Εξωτερικών των δύο χωρών.
Η μερική οριοθέτηση θα πρέπει να επεκταθεί, μετά από συνομιλίες των δύο πλευρών. Η υφιστάμενη συμφωνία είναι μερική (μεταξύ 26ου και 28ου μεσημβρινού), οπότε απομένει η επέκτασή της ανατολικότερα προς την περιοχή της Ρόδου και του Καστελόριζου.
Η περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού παραμένει εκτός της συγκεκριμένης οριοθέτησης. Η προοπτική συνέχισης των διαβουλεύσεων με την Αίγυπτο δημιουργεί, επομένως, το πλαίσιο για να εξεταστεί η επέκταση της συμφωνίας σε νέες θαλάσσιες περιοχές, χωρίς να έχει προσδιοριστεί ακόμη η ακριβής χάραξη ή η έκταση που θα καλύψει.
Να σημειωθεί πως η Αίγυπτος είχε κάνει ένα βήμα ακόμα το 2022 κατά του τουρκολιβυκού μνημονίου προχωρώντας στον μονομερή καθορισμό των δυτικών θαλασσίων συνόρων της με τη Λιβύη μέσω του Προεδρικού Διατάγματος 595 του 2022. Το συγκεκριμένο διάταγμα ακύρωνε επίσης στην πράξη τις προβλέψεις του τουρκολιβυκού μνημονίου στην περιοχή και διασφάλιζε τα κυριαρχικά δικαιώματα της Αιγύπτου.
Ωστόσο η στρατηγική συνεργασία Ελλάδας – Αιγύπτου προχώρησε και πέρα των αντιδράσεων απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο, με την Αθήνα να γίνεται η γέφυρα ανάμεσα σε Κάιρο και Βρυξέλλες και να συμβάλει και στην υπογραφή μνημονίου το 2024 που περιλάμβανε ένα συνολικό χρηματοδοτικό πακέτο ύψους 7,4 δισεκατομμυρίων ευρώ, της Ευρωπαΐκής Ένωσης προς την Αίγυπτο ως μακροοικονομική χρηματοδοτική συνδρομή, επενδύσεις και στήριξη για μεταρρυθμίσεις, σε μία περίοδο που το Κάιρο αντιμετώπιζε σοβαρότητα προβλήματα.
Η διαμάχη Λιβύης με την Ιταλία και την Τυνησία, είναι διαχρονική, εξαιτίας της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών μονομερώς από την Λιβύη.
Στις 26 Μαΐου 2026, η Ιταλία κατέθεσε επίσημη επιστολή διαμαρτρίας στον ΟΗΕ, απορρίπτοντας τις μονομερείς διεκδικήσεις που παρουσίασε η Λιβύη (σχετικά με το εξωτερικό όριο της υφαλοκρηπίδας της).
Στην επιστολή αυτή, η Ιταλία υπογραμμίζει ότι η Λιβύη παραβιάζει το Δίκαιο της Θάλασσας και μετακινεί παράνομα τα όρια προς βορρά, θίγοντας ιταλικά συμφέροντα. Για να στηρίξει τη θέση της, η Ιταλία επικαλείται τη διεθνή δικαστική απόφαση του 1985 (Υπόθεση Λιβύης – Μάλτας).
Ανάλογη προσφυγή, διακοίνωση στον ΟΗΕ έκανε και η Τυνησία, επικαλούμενη με τη σειρά της τη δικαστική απόφαση του 1982 για την οριοθέτηση Τυνησίας – Λιβύης, κατηγορώντας την Λιβύη για αυθαιρεσία.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η Λιβύη και η Μάλτα είχαν παραπέμψει τη μεταξύ τους οριοθέτηση στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ICJ).
Η παρέμβαση της Ιταλίας: Το 1983, η Ιταλία προσπάθησε να παρέμβει δικαστικά στην υπόθεση (βάσει του Άρθρου 62 του Καταστατικού του Δικαστηρίου), υποστηρίζοντας ότι η οριοθέτηση Λιβύης-Μάλτας επηρέαζε θαλάσσιες περιοχές επί των οποίων η ίδια η Ιταλία είχε κυριαρχικά δικαιώματα.
Η οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας παραμένει εκκρεμής, χωρίς να υπάρχει ενεργή ή τελική συμφωνία.
Η συμφωνία του 2009, είχε υπογραφεί επί πρωθυπουργίας Καραμανλή - Μπερίσα, αλλά ακυρώθηκε το 2010 από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Αλβανίας (μετά από προσφυγή της τότε αντιπολίτευσης με επικεφαλής τον νυν πρωθυπουργό της Αλβανίας Έντι Ράμα).
Το 2020 οι δύο πλευρές συμφώνησαν πολιτικά να παραπέμψουν το ζήτημα της οριοθέτησης των θαλάσσιιων ζωνών στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, ωστόσο το απαιτούμενο συνυποσχετικό δεν έχει ακόμη συνταχθεί και υπογραφεί.
Το ζήτημα δεν αποτελεί πλέον μείζονα προτεραιότητα, μετά την οριοθέτηση ΑΟΖ με την Ιταλία και την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Ιόνιο.
Η συμφωνία οριοθέτησης της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, υπεγράφη στις 9 Ιουνίου 2020 στην Αθήνα από τους υπουργούς Εξωτερικών των δύο χωρών. Αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη συμφωνία οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών που υπέγραψε η Ελλάδα, επιβεβαιώνοντας τα δικαιώματα των νησιών σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).
Βασίζεται στη συμφωνία για την υφαλοκρηπίδα του 1977 (η οποία εφαρμόζει την αρχή της μέσης γραμμής).
(*) Δικηγόρος - συνταγματολόγος - διδάκτωρ εκκλησιαστικού δικαίου