Εορτολόγιο 11 Ιουλίου: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Μεγαλομάρτυς Ευφημία, Όλγα η Ισαπόστολος και Όσιος Κύριλλος Παπαδόπουλος ο Πάριος
Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 11 Ιουλίου. Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
- Ευφημία
- Όλγα
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Μεγαλομάρτυς Ευφημία, Όλγα η Ισαπόστολος και Όσιος Κύριλλος Παπαδόπουλος ο Πάριος
Μεγαλομάρτυς Ευφημία
Η μνήμη της τιμάται δύο φορές τον χρόνο, στις 16 Σεπτεμβρίου το μαρτύριό της και στις 11 Ιουλίου το θαύμα της εν σχέσει με την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Γεννήθηκε στη Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας στα τέλη του 3ου αι. από ευσεβείς γονείς και, όταν κατά τον διωγμό του Διοκλητιανού (305) ο ηγεμόνας Πρίσκος διέταξε όλους τους κατοίκους να θυσιάσουν στον θεό Άρη, συνελήφθη μαζί με άλλους 49 χριστιανούς, καθώς αρνήθηκαν την αποστασία. Υπέστη φρικτά βασανιστήρια, τον τροχό, τη φωτιά και βαριές πέτρες στις αρθρώσεις των οστών, αλλά, σύμφωνα με το συναξάρι της, η θεία χάρις τη διατήρησε αβλαβή, προκαλώντας τον θαυμασμό ακόμα και των δημίων της. Τελικά την έριξαν στα θηρία, οι πληγές των οποίων ήταν θανατηφόρες και η Αγία παρέδωσε την ψυχή της στον Θεό, ενώ την ίδια ώρα συνέβη μεγάλος σεισμός.

Όταν διαπιστώθηκε η αφθαρσία του ιερού της σκηνώματος, κτίσθηκε βασιλική επάνω από τον τάφο της στη Χαλκηδόνα και το λείψανό της φυλασσόταν σε ασημένια λειψανοθήκη εντός του ναού. Το 451, κατά τη διάρκεια της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, με τη διαφωνία μεταξύ Ορθοδόξων και Μονοφυσιτών περί των δύο φύσεων του Χριστού, αποφασίστηκε να γραφτούν οι δύο «Όροι», οι ομολογίες πίστης δηλαδή, σε δύο διαφορετικούς τόμους και να τοποθετηθούν μέσα στη λάρνακα στο στήθος της Ευφημίας. Η λάρνακα σφραγίστηκε, εφρουρείτο από στρατιώτες για τρεις ημέρες και, όταν άνοιξαν τη λάρνακα, βρήκαν τον τόμο των Μονοφυσιτών στα πόδια της Αγίας, ενώ τον ορθόδοξο τόμο τον κρατούσε στην αγκαλιά της, με το θαύμα αυτό να είναι καθοριστικό για τις αποφάσεις των Πατέρων της Συνόδου. Το ιερό της λείψανο παραμένει μέχρι σήμερα άφθαρτο και ευωδιάζον και φυλάσσεται σε περίτεχνη λάρνακα στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης.
Στη βιογραφία του αγ. Παϊσίου του Αγιορείτη καταγράφεται περιστατικό με την Αγία και είναι μια από τις πιο συγκλονιστικές σύγχρονες μαρτυρίες εμφάνισης Αγίου. Συνέβη στο κελί του, στην Παναγούδα, το πρωινό της 27ης Φεβρουαρίου 1974, όπως μαρτυρεί ο ίδιος, όταν απασχολούνταν έντονα με εκκλησιαστικό ζήτημα της εποχής και προσευχόταν στην Αγία να του φανερώσει τη λύση, καθώς εκείνη είχε «επικυρώσει» την ορθόδοξη πίστη στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Ενώ διάβαζε, άκουσε ένα κτύπημα στην πόρτα και όταν ρώτησε «Ποιος είναι;» μια γυναικεία φωνή απάντησε: «Εγώ είμαι, η Ευφημία». Φοβούμενος ο γέροντας μήπως πρόκειται για πλάνη του διαβόλου, την έβαλε να κάνει τρεις μετάνοιες και να προσκυνήσει την εικόνα της Αγίας Τριάδος λέγοντας: «Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι». Όταν η Ευφημία υπάκουσε σε όλα και μπήκε στο κελί, ο Γέροντας είδε μια γυναίκα με μαντήλι που έλαμπε από φως. Κάθισαν και συζήτησαν για τρεις ώρες, με την Αγία να του λύνει όλες τις απορίες και να του διηγείται το μαρτύριό της. Και όταν εκείνος τη ρώτησε πώς άντεξε τα φρικτά βασανιστήρια, του απάντησε κάτι που τον συγκλόνισε: «Γέροντα, αν ήξερα τι δόξα έχουν οι Άγιοι στον ουρανό, θα ήθελα το μαρτύριό μου να κρατήσει για πάντα!». Μετά την επίσκεψη, ο Άγιος, αν και δεν ήταν αγιογράφος, προσπάθησε να αποτυπώσει τη μορφή της για να μην την ξεχάσει, και φιλοτέχνησε μια εικόνα της Αγίας, συνέθεσε μάλιστα και ένα δικό του τροπάριο προς τιμήν της εκφράζοντας έτσι την ευγνωμοσύνη του, το δε περιστατικό αυτό αποτελεί απόδειξη της ζωντανής επικοινωνίας των προσευχόμενων ανθρώπων με τους Αγίους, τη σύνδεση και ενότητα στρατευόμενης και θριαμβεύουσας Εκκλησίας.
Όλγα η Ισαπόστολος
Υπήρξε η πρώτη ηγεμονίδα των Ρως που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, προετοιμάζοντας το έδαφος για τον εκχριστιανισμό ολόκληρης της Ρωσίας. Γεννήθηκε στο Πσκοφ, με την ακριβή χρονολογία γέννησης να είναι άγνωστη, και ήταν σύζυγος του Μεγάλου Ηγεμόνα του Κιέβου Ιγκόρ. Όταν, όμως, εκείνος δολοφονήθηκε από τη φυλή των Δρεβλιανών το 945, η Όλγα άσκησε την εξουσία ως επίτροπος του ανήλικου γιου της Σβιατοσλάβου, και έμεινε στην Ιστορία για τη δυναμική και, αρχικά, πολύ σκληρή εκδίκηση των δολοφόνων του συζύγου της, αλλά και για τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις με τις οποίες προσπάθησε να εκσυγχρονίσει το κράτος. Το 955 επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη, όπου εντυπωσιάστηκε από τη λαμπρότητα της Ορθοδοξίας και αποφάσισε να ασπαστεί τον Χριστιανισμό. Η βάπτισή της έγινε από τον πατριάρχη Πολύευκτο, με ανάδοχο την Ελένη Λεκαπηνή και τον σύζυγό της αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ τον Πορφυρογέννητο, λαμβάνοντας το όνομα Ελένη.

Επιστρέφοντας στο Κίεβο προσπάθησε να διαδώσει την πίστη χτίζοντας ναούς, όπως τον ναό της Αγίας Σοφίας στο Κίεβο, και, αν και δεν κατάφερε να πείσει τον γιο της να βαπτιστεί, η επίδρασή της στον εγγονό της, μετέπειτα άγ. Βλαδίμηρο, υπήρξε καθοριστική. Εκοιμήθη ειρηνικά το 969, ζητώντας να μη γίνει παγανιστική τελετή στην κηδεία της αλλά χριστιανική ταφή και ανακηρύχθηκε από τη Ρωσική Εκκλησία Αγία και Ισαπόστολος το 1547. Ο εγγονός της Βλαδίμηρος μετέφερε τα λείψανά της στον ναό της Θεοτόκου στο Κίεβο και, σύμφωνα με την παράδοση, το σώμα της βρέθηκε άφθαρτο και εξέπεμπε φως. Θεωρείται η «πνευματική μητέρα» των Ρώσων και των Ουκρανών, καθώς συμβολίζει τη μετάβαση από τη βαρβαρότητα στον πολιτισμό μέσω της χριστιανικής πίστης.
Όσιος Κύριλλος Παπαδόπουλος ο Πάριος
Γεννήθηκε το 1748 στο Τσιπίδο, σήμερα Μάρπησσα Πάρου, και υπήρξε κορυφαία, αλλά όχι τόσο γνωστή, πνευματική μορφή της περιόδου της Τουρκοκρατίας, στενά συνδεδεμένος με το κίνημα των Κολλυβάδων. Σπούδασε στην Πατμιάδα και στην Αθωνιάδα Σχολή, όπου έλαβε σπουδαία θεολογική και φιλοσοφική παιδεία, αργότερα δε γνωρίστηκε με τον Μακάριο Νοταρά και τον Νικόδημο τον Αγιορείτη, τους οποίους και ακολούθησε εντασσόμενος στο κίνημα των Κολλυβάδων, που ζητούσαν την επιστροφή στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση, δηλαδή συχνή Θεία Κοινωνία και τέλεση μνημοσύνων το Σάββατο και όχι την Κυριακή.
Λόγω των απόψεών του, υπέστη συκοφαντίες και διωγμούς που τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει το Άγιον Όρος, ωστόσο διορίζεται από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως «Γενικός Ιεροκήρυξ Αιγαίου» και το 1823 συναντάται στην Πάρο, αρχικά στη Μονή Αγ. Αντωνίου, την οποία ανακαινίζει, και μετέπειτα στη Μονή του Αγίου Γεωργίου, δυτικά της Μάρπησσας, της οποίας είναι και ιδρυτής. Εκεί έγινε ο πνευματικός φάρος του Αιγαίου, ιδρύοντας σχολεία και στηρίζοντας το υπόδουλο γένος ως παιδαγωγός, εξομολόγος και πνευματικός καθοδηγητής. Εκοιμήθη ειρηνικά το 1833, η επίσημη αγιοκατάταξή του έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1994, τα δε λείψανά του φυλάσσονται στη Μονή του Αγίου Γεωργίου στην Πάρο και θεωρούνται πηγή ιαμάτων.
Τιμάται επίσης η μνήμη: μάρτυρος Κινδέου του εκ Παμφυλίας, μάρτυρος Μαρκιανού εν Ικονίω, μάρτυρος Μαρτυροκλέους, οσίου Λέοντος του εν τη Μάνδρα, οσίου Νικοδήμου διδασκάλου Γρηγορίου του Παλαμά, νεομάρτυρος Νικοδήμου εν Αλβανία και νεομάρτυρος Νεκταρίου της αγ. Άννης.
Πηγή: kathimerini.gr