Οι πολλοί
Η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών για μια ακόμη φορά στερήθηκε τις διακοπές με την απαραίτητη ξεκούραση και ξεγνοιασιά και επωμίστηκε την κοινωνική διάκριση που τις συνοδεύει
Γράφει ο Παναγιώτης Τζουνάκος
Η καλοκαιρινή περίοδος τελείωσε, με το 39% του πληθυσμού της χώρας δηλ. 4 στους 10 να δηλώνουν ότι δεν πήγαν διακοπές και ένα μεγάλο ποσοστό πήγε στο σπίτι των γονιών του ή φιλοξενήθηκε από φίλους, αφού το κόστος των μετακινήσεων και των διαμονών ήταν γι’ αυτούς απλησίαστο. Ολοένα και περισσότεροι τα τελευταία χρόνια παραμένουν στριμωγμένοι στις μεγάλες πόλεις και ιδιαίτερα στο λεκανοπέδιο, κυρίως συνταξιούχοι, πολλοί από τους οποίους εξαναγκάζονται να εργάζονται και μισθωτοί, οι οποίοι μοχθούν 10-13 ώρες το εικοσιτετράωρο, με ελάχιστες αμοιβές, σε κάθε λογής αφεντικά, περιμένοντας μάταια στη γωνία μήπως τους αγγίξουν οι κούφιες προσδοκίες του επιτελικού κράτους για καλύτερη ζωή.
Και ενώ τα ΜΜΕ διαφήμιζαν χλιδάτες διακοπές με άνετες ξαπλώστρες σε πολυτελή ξενοδοχεία, με γκουρμέ πιάτα κ.λπ. προφανώς για λίγους, οι άλλοι, οι πολλοί, στριμωγμένοι στο μετρό και τα λεωφορεία, έλιωναν και στους δρόμους για να πάνε στη δουλειά, προκειμένου να εισπράξουν μερικά ευρώ για τη στοιχειώδη επιβίωση. Το τεράστιο χάσμα των οικονομικών ανισοτήτων, που συνεχώς διευρύνεται είναι η μάστιγα των λαϊκών στρωμάτων, τα οποία αγγίζουν το στάδιο της περιθωριοποίησης, της αποβολής, ακόμη και της πεζοδρομιακής εξορίας.
Τα τελευταία 7 χρόνια έχουμε μπει για τα καλά και βαδίζουμε σταθερά στη βάρβαρη «κανονικότητα» του νέου φιλελευθερισμού. Η άλλοτε ισορροπημένη ζωή ανάμεσα στην εργασία, την οικογένεια και τον ελεύθερο χρόνο είναι πλέον δυσλειτουργική, με τις λαϊκές τάξεις να μην μπορούν να σχεδιάσουν το μέλλον το δικό τους και των παιδιών τους. Η αδυναμία της διαχείρισης του χρόνου οφείλεται κατά κύριο λόγο στην ολοένα μείωση του εισοδήματος, το οποίο πλέον δεν φτάνει για ολόκληρο το μήνα. Οι παλαιότερες χρονικές περίοδοι που ήταν αντιμετωπίσιμες, τώρα αντικαθίστανται από συνεχείς αναβολές και ακυρώσεις, τις οποίες δεν μπορούν να αναπληρώσουν οι ανεπαρκείς και ολοένα μειούμενες δομές της κοινωνικής πρόνοιας. Έτσι, η επίδραση στην ψυχοσωματική υγεία των βιοπαλαιστών είναι καταλυτική, με την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια να είναι οι κυρίαρχοι «σύντροφοι» σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας.
Με τις ευλογίες του επιτελικού κράτους, όπου οι εργαζόμενοι θεωρούνται αναλώσιμο είδος, οι επιχειρηματίες εξανάγκασαν τα γκαρσόνια να μεταφέρουν τις παραγγελίες κολυμπώντας, προκειμένου να «εξυπηρετήσουν» απάνθρωπες απαιτήσεις, για την ικανοποίηση των «ξεχωριστών», των μοντέλων, φορέων των βρωμερών ενστίκτων επιβεβαίωσης της κυριαρχίας τους. Έτσι, η δουλικότητα γίνεται κανόνας και προστατεύεται, τη στιγμή που η έρευνα των επιθεωρητών εργασίας αποκάλυπτε κύκλωμα σύγχρονου εργασιακού σκλαβοπάζαρου. Οι αυθαιρεσίες και οι πρακτικές αυτές, επιλογές και ανοχές ενός άθλιου πολιτικού συστήματος συνεπικουρούμενου από ιδιωτικά συμφέροντα και ημετέρους έχουν καταγραφεί στη συνείδηση των πολλών, οι οποίοι παρακολουθούν με περίσκεψη και δέος τις επιλεκτικές παροχές και αναλογίζονται, ως πότε η ύπαρξή τους θα είναι δεύτερης κατηγορίας και ποιοι έχουν το δικαίωμα να καθορίζουν τη ζωή τους, τον ευτελισμό της ζωής τους.
Η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών για μια ακόμη φορά στερήθηκε τις διακοπές με την απαραίτητη ξεκούραση και ξεγνοιασιά και επωμίστηκε την κοινωνική διάκριση που τις συνοδεύει. Η παραμονή στην αποπνιχτική ατμόσφαιρα των μεγαλουπόλεων, χωρίς έστω και για λίγο περπάτημα στη φύση, φέρνει απομόνωση, βαθύ συλλογισμό και κατάθλιψη, αφού και η λίγη δροσιά είναι πια πολυτέλεια. Είναι ντροπιαστικό και αποτρόπαιο η χώρα μας να διαθέτει πολλές και τεράστιες ακρογιαλιές, με καθαρές θάλασσες, και να τις χαίρονται και να τις απολαμβάνουν οι ξένοι, ενώ πολλοί Έλληνες να μη μπορούν να τις χαρούν με την οικογένειά τους. Το αντιφατικό αυτό φαινόμενο στηριζόμενο από τους κυβερνώντες αποτελεί το πιο βάρβαρο επίτευγμα της «πολιτισμένης» και «ανθρώπινης» κοινωνίας.
Οι σκληρά εργαζόμενοι των 1.000 ευρώ και οι συνταξιούχοι των 700 ευρώ θα ακούσουν σε λίγο στη ΔΕΘ από τον πρωθυπουργό: «ανακάμπτει η οικονομία», «είμαστε σε δημοσιονομική ισορροπία», «χρειάζεται σταθερότητα», «ξεπληρώνουμε πρόωρα το χρέος μας», «αναγκαίοι οι εξοπλισμοί», «πρέπει να συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις» κ.λπ. Τι θα νιώσουν αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι αισθάνονται παραπλανημένοι, ξεγελασμένοι και εξαπατημένοι και τώρα θυμωμένοι και προδομένοι, με μεγάλη δυσκολία θα συγκρατήσουν τα χέρια τους.
Κάποιοι χαμαιλέοντες-ερπετά, που περνάνε λάθρα από την πίσω πόρτα, αλλά και κάποια επώνυμα καλοταϊσμένα, θα επιχειρήσουν να αντιδράσουν μιλώντας για λαϊκισμό, επειδή δεν αντέχουν το βάρος της καταγραφής και της ανάδειξης ανάγλυφα της ωμής πραγματικότητας. Ο σεβασμός όμως στους πολλούς, στη βιοπάλη και τους απόμαχους της εργασίας είναι η ακλόνητη δύναμη, που δεν υποχωρεί, δεν συμφιλιώνεται, δεν συμβιβάζεται. Ο διαχωρισμός σε προνομιούχους και μη, σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, σε πλούσιους και φτωχούς, σε ελεύθερους και δούλους, με την υπογραφή του κράτους είναι η μεγαλύτερη προσβολή στην κοινωνία των ανθρώπων. Οι διακρίσεις, οι ανισότητες και οι μεροληπτικές επιλογές είναι απόρροια δεξιών, ακροδεξιών και φασιστικών αντιλήψεων, νοοτροπιών και σκοπιμοτήτων, οι οποίες προωθούνται και επιβάλλονται από το πολιτικό σύστημα, τον υπηρέτη της ολιγαρχίας του πλούτου.
Και όλα αυτά, χωρίς καμιά αντίδραση.
Αυτούς έχουμε, γιατί αυτοί μας μοιάζουνε.