Εορτολόγιο 7 Σεπτεμβρίου: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Μάρτυς Σώζων, Οσία Κασσιανή η υμνογράφος και Oσιος Δανιήλ ο Κατουνακιώτης ο Σμυρναίος
Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 7 Σεπτεμβρίου. Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
- Κασσιανή, Κασσιανός
- Σώζων
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Μάρτυς Σώζων, Οσία Κασσιανή η υμνογράφος και Oσιος Δανιήλ ο Κατουνακιώτης ο Σμυρναίος
Μάρτυς Σώζων
Eζησε στα τέλη του 3ου αι. κατά τη διάρκεια των διωγμών των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, γεννήθηκε από οικογένεια ειδωλολατρών και το αρχικό του όνομα ήταν Ταράσιος, αλλά όταν άκουσε το Ευαγγέλιο, πίστεψε βαθιά, βαπτίστηκε χριστιανός και έλαβε το όνομα Σώζων. Πατρίδα του ήταν η Λυκαονία της Μικράς Ασίας και ήταν βοσκός στο επάγγελμα, διακρινόταν δε για την πραότητα, την υπομονή και την καλοσύνη του. Παράλληλα χρησιμοποιούσε τον χρόνο της βοσκής για να μελετά τις Γραφές και να κατηχεί στην χριστιανική πίστη όποιον τον πλησίαζε. Το μαρτυρικό του τέλος ξεκίνησε όταν επισκέφθηκε την Πομπηιούπολη της Κιλικίας, όπου διαπίστωσε ότι οι κάτοικοι ήταν βυθισμένοι στην ειδωλολατρία, γεγονός που τον στενοχώρησε βαθιά. Εισερχόμενος κρυφά στον ειδωλολατρικό ναό της πόλης, έκοψε το χρυσό δεξί χέρι ενός αγάλματος, στη συνέχεια το τεμάχισε, το πούλησε και μοίρασε όλα τα χρήματα στους φτωχούς της περιοχής.
Η πράξη του προκάλεσε τεράστια αναστάτωση στις ρωμαϊκές αρχές, με τον έπαρχο Μαξιμιανό να διατάζει τη σύλληψη και τον βασανισμό πολλών αθώων πολιτών ως υπόπτων. Μόλις ο Σώζων έμαθε ότι υποφέρουν αθώοι άνθρωποι εξαιτίας του, παρουσιάστηκε αυτοβούλως στον ηγεμόνα, ομολόγησε την πράξη του και διακήρυξε με θάρρος την πίστη του στον Χριστό. Ο έπαρχος εξοργίστηκε τότε πολύ και διέταξε τον άγριο βασανισμό του. Του φόρεσαν σιδερένια υποδήματα με καρφιά στο εσωτερικό τους και τον ανάγκασαν να περπατά, έπειτα τον κρέμασαν και τον ξυλοκόπησαν σπάζοντας τα μέλη του, μέχρι που ξεψύχησε στις 7 Σεπτεμβρίου 288. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, οι δήμιοι άναψαν μεγάλη φωτιά για να κάψουν το λείψανό του, όμως ξαφνικά ξέσπασε σφοδρή καταιγίδα που έσβησε τις φλόγες, επιτρέποντας στους χριστιανούς να πάρουν το σώμα του και να το θάψουν με τιμές.
Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση της Λήμνου, κάποτε μια ομάδα ναυτικών βρέθηκε σε τρομερή θαλασσοταραχή ανοιχτά του νησιού, το καράβι τους βυθίστηκε και οι άνθρωποι έμειναν αβοήθητοι μεσοπέλαγα να παλεύουν με τα κύματα, αντιμετωπίζοντας βέβαιο πνιγμό. Τότε, όταν οι ναυαγοί άρχισαν να προσεύχονται με θέρμη, ζητώντας από τον Θεό να τους σώσει, εμφανίστηκε ο άγιος ως από μηχανής θεός, έβγαλε την κάπα του, την πέταξε πάνω στο νερό και αυτή μεταμορφώθηκε αμέσως σε ασφαλή βάρκα, με αποτέλεσμα οι ναυτικοί να καταφέρουν να βγουν σώοι στη στεριά. Αυτό το θαύμα υπήρξε η βασική αιτία που οι Λημνιοί ναυτικοί τον θεώρησαν τον δικό τους προσωπικό προστάτη και σε κάθε θαλασσοταραχή η σταθερή τους φράση μέχρι και σήμερα είναι: «Άγιε Σώζο, σώσε μας!». Λόγω του θαύματος και αυτής της βαθιάς πίστης της ναυτοσύνης, ο Σώζων ανακηρύχθηκε επίσημα πολιούχος ολόκληρης της Λήμνου στις αρχές του 20ού αιώνα και τιμάται με πανηγυρικό τρόπο.
Οσία Κασσιανή η υμνογράφος
Γνωστή και ως Κασσία, Εικασία ή Ικασία, ήταν μία από τις πιο φωτεινές, δυναμικές και λόγιες μορφές του Βυζαντίου κατά τον 9ο αι., καθώς υπήρξε σπουδαία ποιήτρια, συνθέτρια και ηγουμένη. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ 805 και 810, καταγόταν από πλούσια αριστοκρατική οικογένεια της Βασιλεύουσας, με τον πατέρα της να φέρει τον τίτλο του κανδιδάτου στην αυτοκρατορική αυλή. Ελαβε σπάνια για την εποχή της μόρφωση, μελετώντας την κλασική ελληνική γραμματεία και τις θείες Γραφές, διακρινόταν δε για την εξαιρετική της ευφυΐα και το σπάνιο σωματικό της κάλλος.

Η ζωή της σημαδεύτηκε από το γνωστό ιστορικό περιστατικό του 830, όταν συμμετείχε στην τελετή επιλογής νύφης για τον νεαρό αυτοκράτορα Θεόφιλο, όπου εκείνος, εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της, την πλησίασε κρατώντας ένα χρυσό μήλο και, θέλοντας να δοκιμάσει το πνεύμα της, της είπε: «Ως άρα διά γυναικός ερρύη τα φαύλα» (Από μια γυναίκα, την Εύα, ξεκίνησαν τα κακά στον κόσμο), με την Κασσιανή να τον αποστομώνει αμέσως, απαντώντας με θάρρος: «Αλλά και διά γυναικός πηγάζει τα κρείττονα» (Αλλά και από μια γυναίκα, την Παναγία, πήγασε το καλύτερο, δηλαδή η σωτηρία του κόσμου). Πληγωμένος στον εγωισμό του από την ευφυΐα της, ο Θεόφιλος την προσπέρασε και έδωσε το μήλο στη μετέπεια Αγ. Θεοδώρα.
Η Κασσιανή δεν απογοητεύτηκε, καθώς η ίδια επιθυμούσε να αφιερωθεί στον Θεό, κι έτσι το 843 ίδρυσε δικό της μοναστήρι στην Κωνσταντινούπολη, τη Μονή των Αγίων Θεοδώρων στην περιοχή του Ξηρολόφου, όπου έγινε η πρώτη ηγουμένη. Εκεί αφοσιώθηκε στη συγγραφή ύμνων και στη μελοποίησή τους, είναι δε η πρώτη γυναίκα συνθέτρια της οποίας τα μουσικά χειρόγραφα διασώζονται μέχρι σήμερα και μπορούν να ερμηνευτούν. Εχει γράψει περίπου 50 διασωθέντες ύμνους, εκ των οποίων οι 23 περιλαμβάνονται στα λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αν και το ευρύ κοινό τη γνωρίζει κυρίως από το γνωστό τροπάριο της Μ. Τρίτης «Η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή…», συνέθεσε επίσης υπέροχα τροπάρια για δεσποτικές εορτές, μνήμες αγίων, καθώς και για την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Οι σημαντικότεροι ύμνοι της είναι για τα Χριστούγεννα, το δοξαστικό του Εσπερινού «Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γης», όπου παραλληλίζει την πολιτική μοναρχία του Αυγούστου στη γη με την πνευματική μοναρχία του Χριστού, το βαθιά κατανυκτικό ιδιόμελο του Εσπερινού της Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου «Κύριε, οίδα πόσα δύνανται τα δάκρυα» και το ιδιόμελο του Ορθρου της ίδιας ημέρας «Ταις εξ έργων καυχήσεσι», που επικεντρώνονται στη δύναμη της μετάνοιας, την έπαρση και την υποκρισία, οι ειρμοί για τις πρώτες ωδές του Κανόνα που ψάλλεται στον Ορθρο του Μεγάλου Σαββάτου «Κύματι θαλάσσης…», τα ιδιόμελα τροπάρια «Οτε η αμαρτωλός προσέφερε το μύρον» και «Ηπλωσεν η πόρνη τας τρίχας σοι τω Δεσπότη», ύμνους προς τιμήν του Ιωάννη του Προδρόμου, της Αγ. Χριστίνας, καθώς και για τους Αγ. Ευστράτιο, Αυξέντιο, Ευγένιο, Μαρδάριο και Ορέστη.
Η Κασσιανή δεν έγραψε μόνο εκκλησιαστικούς ύμνους, αλλά άφησε πίσω της και μια πλούσια συλλογή από κοσμικά γνωμικά και επιγράμματα. Σε αυτά χρησιμοποιεί γλώσσα εξαιρετικά αιχμηρή, ρεαλιστική και ειρωνική, με κύριο στόχο να καυτηριάσει την ανθρώπινη ανοησία, την υποκρισία και την κακία, καθώς δεν φοβόταν να πει τα πράγματα με το όνομά τους, όπως απέδειξε και στον αυτοκράτορα Θεόφιλο. Η ανοησία ήταν το αγαπημένο της θέμα, καθώς θεωρούσε ότι δεν υπάρχει γιατρειά για τον ανόητο άνθρωπο: «Μισώ τον ανόητο, όταν παριστάνει τον σοφό. Ο ανόητος, ακόμα κι αν ντυθεί με μεταξωτά, παραμένει ανόητος». Πίστευε ότι τα πλούτη και τα ακριβά ρούχα δεν μπορούν να κρύψουν την έλλειψη μυαλού: «Είναι πιο εύκολο να μορφώσεις ένα γαϊδούρι, παρά να πείσεις ένα βλάκα», μια πολύ καυστική παρομοίωση για το πόσο πεισματάρηδες είναι οι ανόητοι άνθρωποι. Επειδή είχε ζήσει στην αυτοκρατορική αυλή και γνώριζε καλά τους «φίλους» που σε πλησιάζουν μόνο για το συμφέρον, έγραψε: «Μισώ τον φίλο που είναι παρών στις χαρές, αλλά εξαφανίζεται στις λύπες» και «Καλύτερα να σε διορθώνει ένας σοφός εχθρός, παρά να σε κολακεύει ένας ανόητος φίλος». Προειδοποιούσε, επίσης, για τον κίνδυνο που κρύβει η οικονομική δύναμη όταν αλλοιώνει τον χαρακτήρα γράφοντας: «Ο πλούτος φέρνει αλαζονεία και η αλαζονεία φέρνει την πτώση» και «Δεν υπάρχει τίποτα πιο άσχημο από ένα φτωχό που είναι περήφανος και έναν πλούσιο που είναι τσιγκούνης». Τα ποιήματα και τα γνωμικά αυτά γράφτηκαν σε ιαμβικό στίχο και δείχνουν ότι η Κασσιανή, εκτός από βαθιά θρησκευόμενη γυναίκα, ήταν και οξυδερκής παρατηρήτρια της κοινωνίας του 9ου αι.
Σύμφωνα με ισχυρή τοπική παράδοση, στα μετέπειτα χρόνια της ταξίδεψε στην Ιταλία και την Κρήτη και τελικά κατέληξε στην Κάσο, όπου και απεβίωσε. Το δε λείψανό της τοποθετήθηκε σε μαρμάρινη λάρνακα στο νησί και τιμάται σήμερα ως πολιούχος της νήσου.
Οσιος Δανιήλ ο Κατουνακιώτης ο Σμυρναίος
Από τις σπουδαιότερες ασκητικές μορφές του Αγίου Ορους κατά τον 20ο αι., γνωστός για τη μεγάλη του θεολογική μόρφωση, τη διορατικότητα και τη βαθιά του πνευματική διάκριση. Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1844 ή το 1846, κατά κόσμον ονομαζόταν Δημήτριος Δημητριάδης και ήταν ο μικρότερος γιος πολύτεκνης και ευσεβούς οικογένειας. Φίλεργος και ευφυής, αποφοίτησε με άριστα από την περίφημη Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά πνευματικά ιδρύματα της εποχής, και σε ηλικία 19 ετών, υποκινούμενος από έντονο θρησκευτικό ζήλο, άφησε τη Σμύρνη για να μονάσει. Ταξίδεψε σε πολλά μοναστήρια της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου (Υδρα, Τήνο, Πάρο, Ικαρία), όπου μαθήτευσε δίπλα σε αγιασμένους γέροντες, η συνάντηση όμως σταθμός ήταν στην Πάρο, καθώς συνδέθηκε πνευματικά με τον όσιο Αρσένιο τον εν Πάρω, ο οποίος διέκρινε την κλίση του και τον παρότρυνε να μεταβεί στο Αγιο Ορος.
Το 1866 εισήλθε στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος, το ρωσικό μοναστήρι του Αγίου Ορους, όπου εκάρη μοναχός λαμβάνοντας το όνομα Δανιήλ. Εκεί ανέλαβε καθήκοντα γραμματέα λόγω της εξαιρετικής του μόρφωσης, αλλά σύντομα ξέσπασε η λεγόμενη «εθνοφυλετική διαμάχη» από Ρώσους μοναχούς που προσπαθούσαν να ελέγξουν διοικητικά τη μονή. Ο Δανιήλ, τότε, υπερασπιζόμενος τον ελληνικό χαρακτήρα της, αναγκάστηκε να απομακρυνθεί και οδηγήθηκε σε άδικη εξορία. Διέμεινε για ένα διάστημα στην Ιερά Μονή Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας στα Βασιλικά Θεσσαλονίκης, όπου προσέφερε σπουδαίο πνευματικό έργο και αγαπήθηκε πολύ από τους ντόπιους και, όταν λύθηκε το ζήτημα, επέστρεψε στον Αθω, επιζητώντας πλέον την απόλυτη ησυχία. Το 1881 εγκαταστάθηκε στην έρημο των Κατουνακίων, σε μια εξαιρετικά δυσπρόσιτη και άνυδρη περιοχή όπου έχτισε την καλύβη του, η οποία εξελίχθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο των Αγιορειτών Πατέρων γνωστό σήμερα ως Αδελφότητα των Δανιηλαίων, με τους μοναχούς της αδελφότητας να ασχολούνται με τη μελέτη, την προσευχή, την αγιογραφία και την ψαλτική τέχνη. Η φήμη του ως σοφού γέροντα εξαπλώθηκε γρήγορα. Προσωπικότητες της εποχής ζητούσαν τη συμβουλή του μέσω επιστολών, ανάμεσά τους ο Αγ. Νεκτάριος, με τον οποίο διατηρούσε στενή πνευματική φιλία, και ο λογοτέχνης Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Ο όσιος εκοιμήθη οσιακά στις 8 Σεπτεμβρίου 1929 στα Κατουνάκια. Στις 9 Μαρτίου 2020 το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως προχώρησε στην επίσημη αγιοκατάταξή του, αλλά λόγω του ότι στις 8 Σεπτεμβρίου κυριαρχεί η μεγάλη θεομητορική εορτή του Γενεσίου της Θεοτόκου, η μνήμη του μετατέθηκε και τιμάται στις 7 Σεπτεμβρίου.
Η διδασκαλία του αποτελεί έναν από τους πιο φωτισμένους οδηγούς της ορθόδοξης πνευματικής ζωής. Μέσα από τις εκατοντάδες επιστολές, τα ποιήματα και τις πραγματείες του, άφησε πίσω του πλούσια κληρονομιά που επικεντρώνεται στην πρακτική πνευματική ζωή και την προστασία της ψυχής. Είχε τη σπάνια ικανότητα να ξεχωρίζει την πραγματική θεία χάρη από την ανθρώπινη υπερηφάνεια ή τη δαιμονική πλάνη και προειδοποιούσε ότι ο διάβολος μπορεί να παρακινήσει τον άνθρωπο σε υπερβολικές ασκήσεις, όχι για να τον αγιάσει, αλλά για να του προκαλέσει υπερηφάνεια, και τόνιζε ότι η μόνη ασπίδα απέναντι στην πλάνη είναι η απόλυτη ειλικρίνεια και η εξομολόγηση κάθε λογισμού στον πνευματικό πατέρα. Στο γνωστό του ποίημα «Αρχή Σοφίας Φόβος Κυρίου», ο όσιος αναλύει πώς ο σεβασμός προς τον Θεό μεταμορφώνει τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου: «Γιατί ο φόβος του Θεού, χαρίζει σωφροσύνην, χαρίζ’ ανδρείαν σύνεσιν, και μετριοφροσύνην». Στις θλίψεις και στους πειρασμούς ο πιστός πρέπει να χαίρεται, γιατί γνωρίζει ότι η υπομονή θα του χαρίσει ουράνια αγαθά, ενώ όποιος ελπίζει στον Θεό και Τον επικαλείται, λυτρώνεται από κάθε κίνδυνο και δεν αισθάνεται δειλία.
Η πνευματική φιλία με τον Αγ. Νεκτάριο άφησε πίσω ένα βαθύτατο ασκητικό κείμενο, όταν το 1908 του ζητήθηκε να γράψει πνευματική πραγματεία για να καθοδηγήσει τις μοναχές στην Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος στην Αίγινα, με τον Πενταπόλεως να τον ευχαριστεί θερμά, αναγνωρίζοντας το μέγεθος της πνευματικής του σοφίας.
Η Αδελφότητα των Δανιηλαίων είναι σήμερα μία από τις πιο γνωστές, ιστορικές και πνευματικά ζωντανές μοναστικές αδελφότητες στο Αγιο Ορος και λειτουργεί αδιάλειπτα για πάνω από 140 χρόνια, μεταφέροντας από γενιά σε γενιά την αυστηρή αγιορείτικη ασκητική παράδοση. Οι Δανιηλαίοι έγιναν ξακουστοί σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο κυρίως για δύο συγκεκριμένα διακονήματα. Ο όσιος Δανιήλ έμαθε την τέχνη της αγιογραφίας στο Ρωσικό Μοναστήρι και τη μετέδωσε στους μαθητές του, κι έτσι η αδελφότητα εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους οίκους παραδοσιακής βυζαντινής αγιογραφίας, με έργα τους να κοσμούν ναούς σε όλο τον κόσμο. Επίσης, οι Δανιηλαίοι θεωρούνται από τους μεγαλύτερους δασκάλους και εκφραστές της Αγιορείτικης Ψαλτικής Τέχνης. Με την καλλίφωνη, ιεροπρεπή και παραδοσιακή τους ψαλμωδία, έχουν λαμπρύνει για δεκαετίες τα αναλόγια στις μεγαλύτερες πανηγύρεις των αγιορείτικων μονών.
Παρά το γεγονός ότι το ησυχαστήριο είναι απομονωμένο και η πρόσβαση γίνεται μέσα από δύσβατα μονοπάτια, οι πατέρες φημίζονται για την εξαιρετική και αρχοντική τους φιλοξενία προς τους προσκυνητές. Ακολουθούν αυστηρό πρόγραμμα που συνδυάζει την αδιάλειπτη νοερά προσευχή, τις ολονύκτιες ακολουθίες, τη μελέτη και το χειρωνακτικό εργόχειρο, και συνεχίζουν το έργο του οσίου, αν και τα τελευταία χρόνια βίωσαν σημαντικές απώλειες γερόντων.
Τιμάται επίσης η μνήμη: αποστόλων εκ των Ο΄ Ευόδου και Ονησιφόρου, μάρτυρος Ευψυχίου της Καισαρείας, οσίου Πέτρου του ευλαβούς, οσίου Λουκά εκ Λυκαονίας, Ιωάννου επισκόπου Νοβγκοροντ του θαυματουργού, οσιομάρτυρος Μακαρίου εν Κάνεφ και οσίων Συμεών και Αμφιλοχίου μονής Πανγκαράτι της Μολδαβίας.
Πηγή: kathimerini.gr