Διαβάζετε ξανά και ξανά ένα μήνυμα πριν το στείλετε; Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτή τη συνήθεια
Ο φόβος μήπως ένα μήνυμα παρεξηγηθεί μπορεί να συνδέεται με κοινωνικό άγχος και αυξημένη ευαισθησία στην κρίση των άλλων.
Ένα απλό μήνυμα μπορεί να είναι έτοιμο για αποστολή και παρ' όλα αυτά να το διαβάζουμε δύο και τρεις φορές πριν πατήσουμε «αποστολή». Όχι επειδή έχει κάποιο λάθος, αλλά επειδή αναρωτιόμαστε πώς θα το καταλάβει ο άλλος.
Η γραπτή επικοινωνία αφήνει αρκετό χώρο για παρερμηνείες. Δεν υπάρχει τόνος φωνής, έκφραση προσώπου ή κάποια χειρονομία που να δείχνει αν μια φράση είναι αστεία, ειρωνική, ουδέτερη ή απλώς βιαστική.
Γιατί ένα απλό μήνυμα μπορεί να μας αγχώσει
Στην καθημερινή συνομιλία, ο τόνος και η έκφραση βοηθούν να καταλάβουμε τι εννοεί ο άλλος. Στα μηνύματα αυτά τα στοιχεία λείπουν.
Έτσι, ακόμη και μια φράση όπως «θα το συζητήσουμε αργότερα» μπορεί να ερμηνευτεί με διαφορετικούς τρόπους.
Μελέτη των Mila Kingsbury και Robert Coplan, που δημοσιεύθηκε στο Computers in Human Behavior, εξέτασε περισσότερους από 200 νεαρούς ενήλικες και τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούσαν σε σκόπιμα αμφίσημα μηνύματα.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι είχαν υψηλότερα επίπεδα κοινωνικού άγχους είχαν την τάση να ερμηνεύουν τα αμφίσημα μηνύματα πιο αρνητικά.
Ο φόβος ότι θα μας καταλάβουν λάθος
Η ανάγκη να ελέγξουμε ξανά ένα μήνυμα μπορεί να γίνεται πιο έντονη όταν μας απασχολεί ιδιαίτερα η αντίδραση του παραλήπτη.
«Μήπως ακούγομαι απότομος;», «μήπως το πάρει στραβά;», «μήπως έπρεπε να βάλω άλλο emoji;» είναι σκέψεις που μπορούν να οδηγήσουν σε συνεχείς διορθώσεις ακόμη και ενός πολύ απλού κειμένου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, αυτή η υπερεπαγρύπνηση εμφανίζεται συχνότερα και σε ανθρώπους με αγχώδη τύπο προσκόλλησης, οι οποίοι μπορεί να ανησυχούν περισσότερο για την απόρριψη ή την εγκατάλειψη.
Τι έδειξε μελέτη για την «ψηφιακή υπερεπαγρύπνηση»
Σε άλλη μελέτη, οι Daniel Kruger και Jaikob Djerf του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν εξέτασαν 411 άτομα και τη σχέση ανάμεσα στην αγχώδη προσκόλληση και σε συμπεριφορές που σχετίζονται με το κινητό τηλέφωνο.
Όσοι είχαν υψηλότερα επίπεδα άγχους προσκόλλησης ανέφεραν συχνότερα ότι ένιωθαν «φανταστικές» δονήσεις ή άκουγαν ανύπαρκτους ήχους ειδοποιήσεων.
Το εύρημα αυτό συνδέεται με μια γενικότερη αυξημένη προσοχή στα σημάδια επικοινωνίας από τους άλλους.
Δεν σημαίνει, βέβαια, ότι όποιος ξαναδιαβάζει ένα μήνυμα πριν το στείλει έχει κοινωνικό άγχος ή αγχώδη προσκόλληση. Για πολλούς είναι απλώς ένας γρήγορος έλεγχος. Όταν όμως πίσω από κάθε μήνυμα υπάρχει έντονος φόβος μήπως παρεξηγηθεί, το ζήτημα μπορεί να αφορά περισσότερο την αγωνία για το πώς μας βλέπουν οι άλλοι.