Εορτολόγιο 22 Σεπτεμβρίου: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Ιερομάρτυς Φωκάς ο θαυματουργός, Μάρτυς Φωκάς ο κηπουρός και Αγιος Σωφρόνιος της Βράτσης
Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 22 Σεπτεμβρίου. Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
- Ζωγραφιά
- Λοΐζος, Λουίζα
- Φωκάς
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Ιερομάρτυς Φωκάς ο θαυματουργός, Μάρτυς Φωκάς ο κηπουρός και Αγιος Σωφρόνιος της Βράτσης
Ιερομάρτυς Φωκάς ο θαυματουργός
Εζησε κατά τον 1ο και 2ο αι. και υπηρέτησε ως επίσκοπος της Σινώπης στον Εύξεινο Πόντο. Είναι ένας από τους λαοφιλείς αγίους της χριστιανικής παράδοσης, καθώς ετιμάτο ως προστάτης των ναυτιλλομένων και ήταν γνωστός για τα θαύματά του, τόσο κατά τη διάρκεια της ζωής του όσο και μετά το μαρτυρικό του τέλος. Γεννήθηκε στη Σινώπη από ευσεβείς γονείς, τον Πάμφυλο, που ήταν ναυπηγός, και τη Μαρία, και, σύμφωνα με τον συναξαριστή, έλαβε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος «εξ απαλών ονύχων», επιτελώντας θαύματα προτού ακόμη ενηλικιωθεί.
Μελέτησε σε βάθος τις Αγιες Γραφές και διακρίθηκε για την απόλυτη αγάπη και φιλανθρωπία του προς τον πλησίον. Λόγω της πνευματικής του ωριμότητας και των αρετών του, χειροτονήθηκε ιερέας και στη συνέχεια επίσκοπος Σινώπης, όπου, με τη δύναμη των πύρινων λόγων του και τα συνεχή υπερφυσικά θαύματα, κατάφερε να οδηγήσει αμέτρητους ειδωλολάτρες της περιοχής του Πόντου στην αληθινή πίστη. Ο Αγιος γνώριζε εκ των προτέρων το τέλος του, όταν ένα περιστέρι εμφανίστηκε θαυματουργικά, κάθισε στο κεφάλι του και του είπε με ανθρώπινη φωνή: «Ποτήριον εκεράσθη σοι και πρέπει να το πίεις». Κατά την περίοδο των διωγμών του αυτοκράτορα Τραϊανού (98-117), η δράση του προκάλεσε την οργή των αρχών, με τον έπαρχο Αφρικανό να διατάζει τη σύλληψή του. Αφού αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα και υπέμεινε βασανιστήρια, οι διώκτες του τον έριξαν σε καυτό λουτρό, όπου, μέσα στους ατμούς και στο κοχλάζον νερό, ο μάρτυς παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό. Λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του, αλλά και των αμέτρητων θαυμάτων διάσωσης πλοίων από τρικυμίες, ο Φωκάς θεωρείται μαζί με τον Αγ. Νικόλαο, ο κατεξοχήν προστάτης των ναυτικών.
Μάρτυς Φωκάς ο κηπουρός
Εζησε στα τέλη του 3ου αι. (περί το 284-305) και μαρτύρησε στη Σινώπη του Εύξεινου Πόντου επί του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Αν και καταγόταν από την ίδια πόλη και μοιραζόταν το ίδιο όνομα με τον ιερομάρτυρα επίσκοπο Φωκά, είναι διαφορετικό πρόσωπο και η ζωή του αποτελεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά παραδείγματα χριστιανικής αγάπης, φιλοξενίας και αυτοθυσίας. Ζούσε σε μικρό σπίτι κοντά στις πύλες της Σινώπης όπου διατηρούσε κήπο και, καλλιεργώντας λαχανικά, τα πουλούσε για να βγάλει τα προς το ζην. Παρά τη φτώχεια του, όμως, το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του το διέθετε για να τρέφει τους απόρους, με την πόρτα του σπιτιού του να είναι πάντα ανοιχτή για κάθε περαστικό, ξένο ή οδοιπόρο, στον οποίο πρόσφερε στέγη, τροφή και πνευματική παρηγοριά.

Κατά τη διάρκεια του μεγάλου διωγμού των χριστιανών, ο έπαρχος της πόλης έστειλε στρατιώτες με εντολή να βρουν τον Φωκά και να τον σκοτώσουν επί τόπου, χωρίς δίκη, λόγω της χριστιανικής του δράσης. Οι στρατιώτες έφτασαν νύχτα στη Σινώπη και, χωρίς να ξέρουν ποιος είναι, χτύπησαν την πόρτα του ζητώντας πληροφορίες για τον εαυτό του. Ο μάρτυς δεν τους αποκάλυψε την ταυτότητά του, τους υποδέχθηκε με απέραντη ευγένεια, τους έστρωσε τραπέζι να φάνε και τους παραχώρησε τα κρεβάτια του να κοιμηθούν. Οταν δε οι στρατιώτες του είπαν εμπιστευτικά ότι ψάχνουν τον «επίμονο χριστιανό Φωκά» για να τον εκτελέσουν, εκείνος τους απάντησε ήρεμα: «Ξέρω πού μένει αυτός ο άνθρωπος. Κοιμηθείτε απόψε και το πρωί θα σας τον παραδώσω ο ίδιος». Κατά τη διάρκεια της νύχτας, ενώ οι διώκτες του κοιμόντουσαν στο σπίτι του, ο Φωκάς δεν προσπάθησε να δραπετεύσει, αλλά βγήκε στον κήπο του, έσκαψε μόνος του τον τάφο του και προσευχόταν για ώρες, προετοιμάζοντας την ψυχή του για το μαρτύριο. Το πρωί, ξύπνησε τους στρατιώτες και τους είπε με γαλήνη: «Εγώ είμαι ο Φωκάς που ζητάτε». Οι στρατιώτες συγκλονίστηκαν από την αποκάλυψη, ένιωσαν βαθιά ντροπή και αμηχανία, καθώς ο άνθρωπος που τους φιλοξένησε τόσο ζεστά ήταν εκείνος που έπρεπε να αποκεφαλίσουν. Σκέφτηκαν μάλιστα να πουν ψέματα στον έπαρχο ότι δεν τον βρήκαν. Ο Φωκάς, όμως, τους παρακάλεσε να μην παραβούν τη διαταγή και να μη φοβούνται, καθώς για εκείνον ο θάνατος για τον Χριστό ήταν η μεγαλύτερη ευλογία. Τελικά, οι στρατιώτες τον αποκεφάλισαν δίπλα στον τάφο που είχε σκάψει ο ίδιος.
«Το μερίδιο του Αγίου Φωκά» αναφέρεται σε μια παλιά, συγκινητική ναυτική παράδοση των Ελλήνων θαλασσινών και αποτελεί τιμητική προσφορά στον Αγιο, με τα συναξάρια να μη συμφωνούν ποιος από τους δύο συνονόματους τελικά θεωρείται προστάτης των ναυτικών, καθώς, μάλλον, λόγω της συνωνυμίας, υπάρχει ιστορική αλληλοεπικάλυψη μεταξύ τους. Η ιστορία και η πρακτική του εθίμου έχουν ως εξής. Επειδή ο Αγιος ήταν γνωστός για τη φιλοξενία του, γι’ αυτό οι ναυτικοί συνήθιζαν να τον θεωρούν «ομοτράπεζο» και, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, όταν έτρωγε το πλήρωμα, «αγόραζε» ένας από τους ναύτες το μερίδιο του Αγίου. Την επόμενη ημέρα το αγόραζε άλλος, και ούτω καθεξής. Τα χρήματα που συγκεντρώνονταν από αυτήν τη διαδικασία δεν πήγαιναν στο πλήρωμα, αλλά με την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι προορισμού, τα μοίραζαν στους φτωχούς.
Αγιος Σωφρόνιος της Βράτσης
Κατά κόσμον Στόικο Βλαντισλάβοφ, υπήρξε κορυφαία εκκλησιαστική, πνευματική και πολιτική μορφή της Βουλγαρίας και θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές και πρωτεργάτες της Βουλγαρικής Εθνικής Αφύπνισης (Παλιγγενεσίας). Γεννήθηκε το 1739 στην πόλη Κότελ της ανατολικής Βουλγαρίας, αλλά ορφάνεψε σε πολύ μικρή ηλικία από μητέρα και πατέρα, με αποτέλεσμα να μεγαλώσει σε δύσκολες συνθήκες. Φοίτησε σε μοναστηριακό σχολείο στη γενέτειρά του, όπου έμαθε την εκκλησιαστική σλαβονική και την ελληνική γλώσσα, παντρεύτηκε, εργάστηκε για λίγο ως ράφτης και το 1762 χειροτονήθηκε ιερέας στο Κότελ, όπου υπηρέτησε ως εφημέριος και δάσκαλος για 30 χρόνια. Σημείο καμπής ήταν το έτος 1765, όταν συναντήθηκε με τον μοναχό Παΐσιο Χιλανδαρινό, ο οποίος είχε συγγράψει τη μνημειώδη «Σλαβοβουλγαρική Ιστορία». Ο Στόικο συγκλονίστηκε από το έργο και έκανε το πρώτο χειρόγραφο αντίγραφό του, γνωστό ως «Αντίγραφο του Σωφρονίου», διαδίδοντάς το κρυφά. Μετά τον θάνατο της συζύγου του, εκάρη μοναχός λαμβάνοντας το όνομα Σωφρόνιος και ταξίδεψε δύο φορές στο Αγιο Ορος για να εμβαθύνει στην πνευματική ζωή, ενώ το 1794 χειροτονήθηκε επίσκοπος της πόλης Βράτσα (Vratsa) στη βορειοδυτική Βουλγαρία.
Η θητεία του συνέπεσε με περίοδο τρομερής αναρχίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η περιοχή του λεηλατήθηκε από τις συμμορίες του αποστάτη πασά του Βιδινίου, Οσμάν Πασβάντογλου, και από Τούρκους ληστές, με εκείνον να φυλακίζεται, να βασανίζεται από τους Τούρκους και να αναγκάζεται να ζει για χρόνια ως κυνηγημένος πρόσφυγας, κρυμμένος σε σπηλιές και δάση, προσπαθώντας παράλληλα να προστατεύσει το ποίμνιό του. Μην έχοντας τη δυνατότητα να ασκήσει τα καθήκοντά του λόγω του πολέμου, το 1803 διέφυγε στο Βουκουρέστι, όπου παραιτήθηκε από τον θρόνο του αλλά κράτησε τον τίτλο του. Εκεί το 1806 εξέδωσε το «Κυριακοδρόμιο», γνωστό στη Βουλγαρία ως Nedelnik, μια συλλογή από κυριακάτικα κηρύγματα και μεταφράσεις, βασισμένο σε μεγάλο βαθμό στο έργο του Ελληνα λόγιου και αρχιεπισκόπου Νικηφόρου Θεοτόκη. Αυτό υπήρξε το πρώτο τυπωμένο βιβλίο στη νεοβουλγαρική λαϊκή γλώσσα και όχι στην αρχαία σλαβονική, κάνοντας τη γνώση προσβάσιμη στον απλό λαό. Εγραψε, επίσης, το κορυφαίο έργο του «Βίος και Πάθη του Αμαρτωλού Σωφρονίου», την πρώτη αυτοβιογραφία στη βουλγαρική λογοτεχνία, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα ένα συγκλονιστικό ιστορικό ντοκουμέντο για τη βαρβαρότητα της εποχής. Κατά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1806-1812), ο Σωφρόνιος λειτούργησε ως ο κυριότερος διπλωματικός εκπρόσωπος του βουλγαρικού λαού. Οργάνωσε επιτροπές, ήρθε σε επαφή με την ηγεσία του ρωσικού στρατού και ζήτησε τη βοήθεια της Ρωσίας για την απελευθέρωση των χριστιανών της Βαλκανικής. Απεβίωσε ειρηνικά στις 22 Σεπτεμβρίου 1813 στο Βουκουρέστι και η Ορθόδοξη Εκκλησία της Βουλγαρίας τον ανακήρυξε Αγιο στις 31 Δεκεμβρίου 1964.
Τιμάται επίσης η μνήμη: μαρτύρων Ισαάκ, Μαρτίνου και Νικολάου, οσίου Κοσμά του Ζωγραφίτου, οσίου Ιωνά κτήτορος Ι.Μ. Ευαγγελισμού εν Γιασέρα, Θεοφάνη του ησυχαστού εν Λαύρα των Σπηλαίων και οσίας Παρασκευής της διά Χριστόν σαλής της Ι.Μ. του Ντιβέγιεβο.
Πηγή: kathimerini.gr