Γράφει ο Παναγιώτης Τζουνάκος

Ζούμε μια εποχή έντονων πολιτικών ανακατατάξεων, αυταρχικών καθεστώτων και εθνικιστικών τάσεων, όπου η μείωση της φορολόγησης ή η μη φορολόγηση των μεγάλων περιουσιών και των υψηλών εισοδημάτων έχει διαβρώσει τη δημοκρατία και ενισχύσει την κοινωνική ανασφάλεια. Οι ανισότητες διευρύνονται, αφού ο πλούτος φορολογείται λιγότερο από την εργασία, με αποτέλεσμα τη συγκέντρωση σε λίγους εξουσίας και δύναμης. Λειτουργούν «δύο δημοκρατίες» διαφορετικών ταχυτήτων, από τη μια η οικονομική ελίτ που απολαμβάνει τη μερίδα του λέοντος και από την άλλη τα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα που βιώνουν σε συνθήκες πενίας, στασιμότητας και αποκλεισμού.

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές πιέσεις στο κόστος ζωής. Ο λαός οργίζεται που ζει μέσα σε ένα καθεστώς, όπου ο πολίτης δέχεται πολλαπλά χτυπήματα, όχι μόνο στο εισόδημά του, αλλά και στη νοημοσύνη του και στην ίδια τη ζωή του. Με κυρίαρχο το σκάνδαλο της ακρίβειας που εξανεμίζει το πενιχρό του μηνιάτικο, που βλέπει τους λογαριασμούς και τρομάζει, ζει ένα βαθύ δράμα μέσα στην οικογένειά του, αφού τα ψίχουλα των επιδομάτων δεν είναι τίποτα άλλο, παρά μια στιγμή ελεημοσύνης στη μακρόχρονη επαιτεία. Συνάμα κατηγορείται ότι είναι ανίκανος και τεμπέλης και ότι σαν εργαζόμενος είναι ο ίδιος φταίχτης για το κατάντημά του.

Με αυτόν τον παραλογισμό η ζωή συνεχίζεται. Οι ευνοημένοι σκανδαλωδώς από την πολιτική εξουσία, το μακρύ χέρι των ισχυρών, παραμένουν αμετακίνητοι στις «ιδεολογικές» τους απόψεις, στηρίζοντας την κατωφέρεια του πολιτικού συστήματος, ανεξάρτητα αν το καράβι οδηγείται στα βράχια. Οι λίγοι αυτοί, που ποτέ δεν αναγνώρισαν πατρίδα, γιατί πατρίδα γι’ αυτούς είναι μόνο το κέρδος, άσχετα αν παράγεται με παράνομους τρόπους, με την ανοχή ή και την κάλυψη του επιτελικού κράτους, γίνονται ολοένα και πλουσιότεροι, μέχρι βαθύπλουτοι. Και επειδή κάποιοι αρπάζουν διπλό κομμάτι από την παραγόμενη πίττα, κάποιοι τη στερούνται. Η αρχή αυτή της νέο-φιλελεύθερης πολιτικής, αντί-ανθρώπινη και βάρβαρη, δυστυχώς εφαρμόζεται και επιβάλλεται στην Ελλάδα τα τελευταία εφτά χρόνια, ασύστολα και απαρέγκλιτα. Η άποψη του Μητσοτάκη ότι η ανθρώπινη Φύση είναι ανταγωνιστική και άπληστη, οδηγεί στη διαφθορά και τη διαπλοκή των πολιτικών με μεγάλα συμφέροντα και σε μια διαρκή οικονομική λεηλασία.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι ένας δηλωμένος αριστερός δεν μπορεί να είναι πλούσιος και ότι θα πρέπει να δώσει το μεγάλο μέρος της περιουσίας του στους φτωχούς. Το «ηθικό πλεονέκτημα» της Αριστεράς, όσο κι αν βάλλεται από τη Δεξιά είναι μια διαχρονική κατάκτηση των ανθρώπων της εργασίας και του πολιτισμού. Ο εμπνεόμενος από την αριστερή ιδεολογία δεν υποχρεώνεται δογματικά να ζει περιορισμένη ζωή, αρνούμενος τις ανέσεις και τη δυνατότητα για καλύτερη ζωή. Αρμόζει να ζει με τους κανόνες της ηθικής, με μετριοπάθεια και ταπεινότητα, να μην παρασύρεται από την τάση της γαστρονομίας, της συσσώρευσης πλούτου και χλιδής, να βοηθά ανθρώπους που υποφέρουν και να αγωνίζεται μέσα από τα κινήματα για την ανατροπή της εκμετάλλευσης και των ανισοτήτων, για την επικράτηση της κοινωνικής ισότητας.

Όλες οι προοδευτικές δυνάμεις έχουν ως κεντρική αξία την ισότητα, δηλαδή την αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου. Την κατανομή αυτή θα την κάνει το κράτος, το Δημόσιο, ως εργοδότης, μέσα από την αναδιανεμητική φορολογία, για τη διασφάλιση των δημόσιων αγαθών της Παιδείας, της Υγείας και της Κοινωνικής Ασφάλισης. Η παγκοσμιοποίηση ανάμεσα στα πολλά αρνητικά διάβρωσε την οικονομία και οι κυβερνήσεις έγιναν όμηροι των αγορών. Τώρα οι ανανεωτικές ριζοσπαστικές δυνάμεις της συμπαράστασης και της αλληλεγγύης επικεντρώνονται στους τρόπους αύξησης της εγχώριας παραγωγής εισοδήματος και πλούτου, που πρέπει να μοιραστούν δικαιότερα, με προσανατολισμό σε μια βιομηχανική πολιτική στοχευμένων επενδύσεων και με περιορισμό της εξάρτησης από τα καρτέλ της ενέργειας, των τροφίμων και της τεχνολογίας.

Οι σύγχρονες γεωπολιτικές κρίσεις, οι εντάσεις, η αύξηση των εξοπλισμών και οι πολεμικές επιχειρήσεις διευρύνουν τις οικονομικές ανισότητες, τις ενεργειακές εξαρτήσεις και αυξάνουν τις μεταναστευτικές ροές. Είναι πλέον αναγκαία η επιβολή κλιμακωτής φορολόγησης στον πολύ μεγάλο πλούτο, με υψηλούς συντελεστές για τις ανώτατες περιουσιακές κατηγορίες και η αντιμετώπιση των ξεριζωμένων με ανθρώπινο πρόσωπο. Τα έσοδα μέσα από σταθερή κοινωνική πολιτική κατευθύνονται στις ομάδες του πληθυσμού που πλήττονται περισσότερο. Ένας τέτοιος μηχανισμός μπορεί να συμβάλει στη μείωση των ανισοτήτων και να δημιουργήσει καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για τα λαϊκά στρώματα.

Η πατριωτική εισφορά που ακούστηκε τελευταία, η υποχρεωτική επιβολή φόρου 1% στους πάμπλουτους στην Ελλάδα (1% του πληθυσμού), θα κατευθύνεται στη στήριξη της νέας γενιάς. Η θέση αυτή πρέπει να υλοποιηθεί, όχι μόνο γιατί αποτελεί εθνική υποχρέωση των κατεχόντων, αλλά και γιατί η συσσώρευση πλούτου έχει γίνει μέσα από την εκμετάλλευση των εργαζομένων, με την ανοχή ή και την υποστήριξη του κράτους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της World Inequality Database, το πλουσιότερο 1% των κατοίκων στην Ελλάδα κατέχει περιουσία περίπου 201,6 δισεκατομμύρια ευρώ. Επομένως το 1% είναι 2,016 δισεκατομμύρια ευρώ.

«Η δραματική και απαράδεκτη διεύρυνση των ανισοτήτων συνιστά ακόμη μια υπαρξιακή απειλή». (Αντόνιο Γκουτέρες, Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ)

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις