Εορτολόγιο 1 Οκτωβρίου: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Απόστολος Ανανίας, Οσιος Ρωμανός ο Μελωδός και Οσιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης
Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 1 Οκτωβρίου. Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
- Ανανίας, Ανανούλα
- Θηρεσία
- Ρωμάνα, Ρωμανός
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Απόστολος Ανανίας, Οσιος Ρωμανός ο Μελωδός και Οσιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης
Απόστολος Ανανίας
Εζησε τον 1ο αι., συγκαταλέγεται παραδοσιακά ανάμεσα στους Εβδομήκοντα Αποστόλους του Χριστού, ήταν ο πρώτος επίσκοπος Δαμασκού και έμεινε στην ιστορία για τον καθοριστικό του ρόλο στη μεταστροφή του απ. Παύλου. Η πιο σημαντική στιγμή της ζωής του καταγράφεται στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων (9, 10-18), όταν του εμφανίστηκε ο Χριστός σε όραμα και του ζήτησε να πάει στην «Ευθεία οδό», στο σπίτι κάποιου Ιούδα, για να βρει τον Σαούλ από την Ταρσό. Ο Ανανίας εξέφρασε τους φόβους του στον Κύριο, καθώς ο Σαούλ ήταν τότε διαβόητος διώκτης των χριστιανών, αλλά Εκείνος τον διαβεβαίωσε ότι ο Σαούλ ήταν «σκεύος εκλογής». Κάνοντας υπακοή στο θέλημα του Χριστού, επισκέφθηκε τον τυφλωμένο Σαούλ, έθεσε τα χέρια του πάνω του, τον θεράπευσε και στη συνέχεια τον κατήχησε και τον βάπτισε χριστιανό.
Μετά τη βάπτιση του Παύλου, ο Ανανίας χειροτονήθηκε επίσημα Επίσκοπος Δαμασκού, κήρυξε με θάρρος το Ευαγγέλιο στην περιοχή της Συρίας κάνοντας πολλά θαύματα και αργότερα μετακινήθηκε για ιεραποστολή στην Ελευθερούπολη της Παλαιστίνης, όπου κατάφερε να ελκύσει στον Χριστιανισμό μεγάλο αριθμό ειδωλολατρών. Η έντονη δράση του προκάλεσε την οργή του τοπικού ειδωλολάτρη ηγεμόνα της Ελευθερουπόλεως Λουκιανού, που προσπάθησε με υποσχέσεις και απειλές να τον αναγκάσει να θυσιάσει στα είδωλα, αλλά μετά την κατηγορηματική άρνησή του υπέστη φρικτά βασανιστήρια και εν τέλει τον θανάτωσαν διά λιθοβολισμού. Το σώμα του μεταφέρθηκε αρχικά και ενταφιάστηκε στη Δαμασκό, ενώ αργότερα τα λείψανά του μετακομίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Σήμερα, μικρά αποτμήματα των λειψάνων του φυλάσσονται στην Ιερά Μονή Υψηλού στη Λέσβο και στην Ιερά Μονή Κύκκου στην Κύπρο.
Η κατακόμβη ή υπόγειος ναός του Αγίου Ανανία, γνωστή τοπικά ως Kanisat Hanania, βρίσκεται στην παλιά πόλη της Δαμασκού στη Συρία, πολύ κοντά στην ιστορική «Ευθεία Οδό», και θεωρείται ένας από τους αρχαιότερους χριστιανικούς τόπους λατρείας στον κόσμο που λειτουργούν μέχρι σήμερα, ενώ προστατεύεται ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ο υπόγειος αυτός χώρος ήταν το κελάρι ή το σπίτι του ίδιου του Ανανία, σε αυτό ακριβώς το σημείο κατέφυγε ο τυφλωμένος Σαούλ και εδώ θεραπεύτηκε και βαπτίστηκε. Αν και σήμερα αναφέρεται ως κατακόμβη ή κρύπτη, στην πραγματικότητα το εκκλησάκι βρίσκεται περίπου 5 με 6 μέτρα κάτω από το σημερινό επίπεδο του δρόμου, και αυτό συμβαίνει επειδή το δάπεδο της κρύπτης αντιπροσωπεύει το πραγματικό επίπεδο της πόλης κατά τη ρωμαϊκή εποχή.
Πρόκειται για έναν εξαιρετικά λιτό και κατανυκτικό χώρο που, με την απλότητά του, μεταφέρει τον επισκέπτη απευθείας στην εποχή των πρώτων διωκόμενων χριστιανών. Αποτελείται από δύο μικρά δωμάτια με γυμνούς πέτρινους τοίχους, δεν υπάρχουν πολυέλαιοι ή πλούσια στολίδια, διαθέτει μόνο λίγα ξύλινα στασίδια, μια απλή Αγία Τράπεζα και μια σειρά από εικόνες που αφηγούνται βήμα βήμα τη μεταστροφή του Παύλου.
Οσιος Ρωμανός ο Μελωδός
Θεωρείται ο μεγαλύτερος υμνογράφος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ένας από τους κορυφαίους ποιητές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, έμεινε δε στην ιστορία ως ο «Πίνδαρος της εκκλησιαστικής ποίησης» και ο δημιουργός του Κοντακίου, μιας ιδιαίτερης μορφής έμμετρου εκκλησιαστικού ύμνου.
Γεννήθηκε στα τέλη του 5ου αι. στην Εμεσα της Συρίας, τη σημερινή Χομς, από οικογένεια εβραϊκής καταγωγής που είχε ασπαστεί τον Χριστιανισμό. Χειροτονήθηκε διάκονος στον ναό της Αναστάσεως στη Βηρυτό, όπου διακρίθηκε για την ευσέβειά του, αν και αρχικά δεν διέθετε καλλιφωνία ή ιδιαίτερη μόρφωση, ενώ αργότερα, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄, εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη και υπηρέτησε ως κληρικός στον ναό της Θεοτόκου των Κύρου.

Σύμφωνα με το συναξάρι του, ο Ρωμανός δεχόταν τον εμπαιγμό των άλλων κληρικών επειδή ήταν άφωνος και αγράμματος, κάτι που άλλαξε κατά την ολονυκτία της παραμονής των Χριστουγέννων. Ενώ προσευχόταν με δάκρυα μπροστά στην εικόνα της Παναγίας αποκοιμήθηκε και είδε σε όραμα τη Θεοτόκο, η οποία του έδωσε ένα κοντάκιο, μια περγαμηνή δηλαδή τυλιγμένη σε κύλινδρο, και του είπε: «Λάβε τούτο και κατάφαγε». Τότε, από την επίδραση του οράματος, συνέθεσε για τη Γέννηση του Χριστού το τροπάριο «Η Παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει και η γη το Σπήλαιον, τω απροσίτῳ προσάγει. Αγγελοι μετά Ποιμένων δοξολογούσι. Μάγοι δε μετὰ αστέρος οδοιπορούσι. Δι᾿ ημάς γαρ εγεννήθη, Παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός». Από τη χρονική αυτή στιγμή ξεδιπλώνεται ο ποιητικός οίστρος του Ρωμανού και δικαίως ανακηρύσσεται ως ο μεγαλύτερος μελωδός της Εκκλησίας μας.
Ο Ρωμανός υπήρξε εξαιρετικά παραγωγικός. Λέγεται ότι συνέθεσε περισσότερα από 1.000 κοντάκια, από τα οποία σήμερα σώζονται περίπου 85 αυθεντικά. Τα Κοντάκια είναι μακροσκελείς ύμνοι, αποτελούμενοι από 18 έως 30 στροφές/οίκους, που εξιστορούσαν βιβλικά γεγονότα, είχαν δε τη μορφή έμμετρου κηρύγματος και ψάλλονταν μετά το Ευαγγέλιο για να διδάξουν τον λαό. Χαρακτηρίζονται από δραματικότητα, ζωντανούς διαλόγους, απλή γλώσσα αλλά μεγαλειώδη νοήματα και έντονο λυρισμό. Ο Ρωμανός κατάφερε να μετατρέψει τα δύσκολα δογματικά ζητήματα της εποχής, όπως οι αποφάσεις της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου για τις δύο φύσεις του Χριστού, σε ποίηση κατανοητή από τον απλό λαό, καταπολεμώντας έτσι τις αιρέσεις της εποχής του. Επίσης, με το ταλέντο του μετέτρεπε έναν «άχρωμο» ή «μονότονο» βίο αγίου σε πλούσιο σε νοήματα και πνευματικότητα ποιητικό σύνολο, που τονιζόταν ακόμη περισσότερο με τη μελωδία που το συνόδευε, αναδεικνύοντας συνάμα αρκετές πληροφορίες για το άτομό του. Μέσα από αυτό το πρίσμα, οι μελετητές δεν περιορίζονται στο να εξετάζουν μόνο από θρησκευτικής ή και λογοτεχνικής πλευράς το έργο του αλλά και από ιστορικής και λαογραφικής. Τέλος, θεωρείται μεταξύ των πιθανών συγγραφέων του «Ακάθιστου Υμνου».
Οσιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης
Από τους σπουδαιότερους μελοποιούς, ψάλτες και θεωρητικούς της βυζαντινής μουσικής, λόγω της ανυπέρβλητης καλλιφωνίας του ονομάστηκε «Αγγελόφωνος» και «Μαΐστωρ της ψαλτικής τέχνης», ενώ θεωρείται η σημαντικότερη μορφή της εκκλησιαστικής μουσικής μετά τον άγ. Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Εμεινε γνωστός ως Κουκουζέλης, γιατί, όταν παιδί τον ρωτούσαν τι έφαγε στο σπίτι του, αυτός απαντούσε «κουκία» και «ζέλια», κουκιά και λάχανα δηλαδή. Από τη σύνθεση των δύο λέξεων προέκυψε το προσωνύμιό του.
Γεννήθηκε στο Δυρράχιο της σημερινής Αλβανίας (περ. 1280-1360) και από πολύ νωρίς επέδειξε το ταλέντο του στη βυζαντινή μουσική. Γι’ αυτό, στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη για περαιτέρω σπουδές στην αυτοκρατορική Μουσική Σχολή, όπου, λόγω της γλυκύτητας της φωνής του, προτάθηκε και ανέλαβε πρωτοψάλτης, διοριζόμενος ως αρχιμουσικός των αυτοκρατορικών ψαλτών. Εκείνος, ωστόσο, αναζητούσε την ησυχία και όχι τη δόξα και τα αξιώματα. Οταν μάλιστα ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος θέλησε να τον παντρέψει, εγκατέλειψε τα πάντα και ρακένδυτος με περιβολή βοσκού κατέφυγε στο Αγιον Ορος, στο ερημικό τότε κελί των Αρχαγγέλων που ανήκε και υπαγόταν στην Ιερά Μονή της Μεγίστης Λαύρας.
Αποκαλύφθηκε ποιος ήταν, όταν κάποτε ένας ερημίτης τον άκουσε να ψάλλει ενώ βοσκούσε το ποίμνιο της μονής. Το έμαθε και ο αυτοκράτορας, αλλά δεν τον τιμώρησε σεβόμενος την επιλογή του. Η παράδοση αναφέρει ότι, στη διάρκεια του βίου του ως μοναχού, η Παναγία δύο φορές έκανε το θαύμα της. Την πρώτη φορά όταν αποκοιμήθηκε εξαντλημένος στο ψαλτήρι μετά από ολονυχτία, του εμφανίστηκε και του είπε «Ψάλλε για μένα και δεν θα σε εγκαταλείψω» και του άφησε στο χέρι ένα χρυσό νόμισμα, το οποίο φυλάσσεται μέχρι σήμερα στη Μονή. Και τη δεύτερη φορά όταν, λόγω της πολύωρης ορθοστασίας κατά την ψαλμωδία, το πόδι του είχε πάθε γάγγραινα, εμφανίστηκε ξανά και τον θεράπευσε.
Στο ψαλτήρι είχε ως βοηθό τον όσιο Γρηγόριο Δομέστικο, ο οποίος τιμάται την ίδια ημέρα. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Γρηγόριος είτε από λάθος είτε επειδή ο ίδιος το θέλησε, αντί να ψάλλει προς τιμήν της Θεοτόκου το «Αξιον Εστί» έψαλλε το «Επί σοι Χαίρει Κεχαριτωμένη». Η Παναγία τότε τόσο πολύ χάρηκε για αυτό, ώστε έδωσε και σ’ εκείνον ένα χρυσό νόμισμα, το οποίο ομοίως φυλάσσεται στην ίδια Μονή.
Ο Ιωάννης Κουκουζέλης υπήρξε επαναστάτης για την εκκλησιαστική μουσική. Τροποποίησε και εξέλιξε το σύστημα γραφής των μουσικών χαρακτήρων, τη λεγόμενη κουκουζέλεια σημειογραφία, καθιστώντας την έτσι πιο ακριβή, και εφηύρε το γνωστό θεωρητικό διάγραμμα σε σχήμα τροχού, για τη διδασκαλία και την κατανόηση των οκτώ ήχων της βυζαντινής μουσικής. Εγραψε, επίσης, αναρίθμητα μουσικά έργα (Χερουβικά, Κοινωνικά, Ανοιξαντάρια, Πολυελέους), με τον πιο γνωστό ύμνο που ψάλλεται μέχρι σήμερα σε αρχιερατικές λειτουργίες να είναι το συγκλονιστικό «Ανωθεν οι προφήται». Εζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε ένα κελί αφιερωμένο στους Αρχαγγέλους, προέβλεψε την ημέρα του θανάτου του, αποχαιρέτησε τους μοναχούς αδελοφούς του και εκοιμήθη ειρηνικά.
Τιμάται επίσης η μνήμη: οσίου Γρηγορίου του Δομέστικου, Μιχαήλ ηγουμένου της Μονής Ζώβης και των 36 οσιομαρτύρων, Δομνίνου, Σάββα του εν Βησερία του Θαυματουργού, οσίου Βαλλάι του εν Βερροία της Συρίας, Μιριάν Γ΄ βασιλέως της Ιβηρίας, Μελχισεδέκ Α΄της Γεωργίας, Ρεμιγίου Επισκόπου Ρενς και Αποστόλου των Φράγκων και του οσίου Μπάβωνος της Γάνδης.