Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 30 Σεπτεμβρίου. Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.

Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:

  • Στράτος

Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Γρηγόριος ο Φωτιστής της Αρμενίας, Αρσένιος Αυτωρειανός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και Μιχαήλ ο Α΄ Μητροπολίτης Κιέβου

Γρηγόριος ο Φωτιστής της Αρμενίας

Πρώτος επίσκοπος και ιδρυτής της Αρμενικής Εκκλησίας, καθώς και ο άνθρωπος που οδήγησε τη Μεγάλη Αρμενία να γίνει το πρώτο έθνος στον κόσμο που υιοθέτησε επίσημα τον Χριστιανισμό ως κρατική θρησκεία το 301. Παρθικής καταγωγής, γεννήθηκε περίπου το 240 και ήταν γιος του ευγενούς Ανάκ, ο οποίος, σε συνεργασία με τους Σασσανίδες Πέρσες, δολοφόνησε τον Αρμένιο βασιλιά Χοσρόη Β΄, με τους Αρμένιους ευγενείς να εκδικούνται εξολοθρεύοντας όλη την οικογένεια του Ανάκ και τον Γρηγόριο να είναι από τα ελάχιστα παιδιά που διασώθηκαν από τη σφαγή, φυγαδευόμενος στην Καισάρεια της Καππαδοκίας για να προστατευτεί. Εκεί κατηχήθηκε, έμαθε τα ιερά γράμματα και βαπτίστηκε χριστιανός, νυμφεύθηκε και απέκτησε δύο γιους, τον Βαρτάνη και τον Αριστάκη, τους οποίους αφιέρωσε στην Εκκλησία και ήταν οι διάδοχοί του αργότερα στον επισκοπικό θρόνο.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Φωτιστής υπήρξε ο ιδρυτής και πρώτος προκαθήμενος της Εκκλησίας της Αρμενίας, χάρη στον οποίο η Αρμενία έγινε το πρώτο χριστιανικό κράτος στην ιστορία το 301.

Μετά τον θάνατο της συζύγου του, επέστρεψε στην Αρμενία, όπου τέθηκε στην υπηρεσία του νέου βασιλιά Τιριδάτη Γ΄, γιου του δολοφονηθέντος βασιλιά Χοσρόη Β΄, κρύβοντας αρχικά την ταυτότητά του, αλλά απεκαλύφθη αργότερα αρνούμενος την προσφορά θυσίας στα είδωλα. Οταν ο βασιλιάς έμαθε, επίσης, ότι ο Γρηγόριος ήταν ο γιος του φονιά του πατέρα του, τον υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια και ρίχτηκε σε βαθύ και σκοτεινό λάκκο στο φρούριο Κχορ Βιράπ (Khor Virap σημαίνει βαθύ μπουντρούμι). Παρέμεινε εκεί για 14 ολόκληρα χρόνια και, σύμφωνα με τον συναξαριστή, όταν ο βασιλιάς προσεβλήθη από βαριά ψυχική και σωματική ασθένεια, η αδελφή του είδε σε όραμα ότι μόνο ο Γρηγόριος μπορούσε να τον θεραπεύσει. Ετσι κι έγινε. Ο Γρηγόριος ανασύρθηκε από τον λάκκο, θεράπευσε θαυματουργικά τον βασιλιά με τις προσευχές του και, συγκλονισμένος ο Τιριδάτης βαπτίστηκε χριστιανός μαζί με ολόκληρη την αυλή του, με αποτέλεσμα το 301 ο Χριστιανισμός να κηρυχθεί επίσημη θρησκεία του κράτους της Αρμενίας.

Ο Γρηγόριος, τότε, μετέβη ξανά στην Καισάρεια, όπου χειροτονήθηκε Επίσκοπος της Μεγάλης Αρμενίας από τον μητροπολίτη Λεόντιο, γκρέμισε τους ειδωλολατρικούς ναούς, έχτισε εκκλησίες, ίδρυσε σχολεία και χειροτόνησε ιερείς, εξαφανίζοντας την ειδωλολατρία. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, παρέδωσε τον επισκοπικό θρόνο στον γιο του, Αριστάκη και ο ίδιος αποσύρθηκε σε σπήλαιο για να ζήσει ως ασκητής, όπου και απεβίωσε ειρηνικά γύρω στο 332.

Αρσένιος Αυτωρειανός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Ασυμβίβαστη και τραγική μορφή της βυζαντινής ιστορίας, διετέλεσε Οικουμενικός Πατριάρχης σε δύο περιόδους (1254-1260 και 1261-1265), κατά τη διάρκεια της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας και της ανακατάληψης της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, με την πατριαρχία του να σημαδεύεται από τη σφοδρή σύγκρουσή του με τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο, η οποία οδήγησε στο «Σχίσμα των Αρσενιατών» που δίχασε το Βυζάντιο για δεκαετίες.

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη γύρω στο 1200, με κοσμικό όνομα Γεώργιος, και ήταν γιος του ανώτατου δικαστικού Αλεξίου Αυτωρειανού και της Ειρήνης Καματηρής. Σε νεαρή ηλικία έγινε μοναχός, λαμβάνοντας αρχικά το όνομα Γεννάδιος και αργότερα το όνομα Αρσένιος. Εζησε αρχικά απομονωμένος ως αυστηρός ασκητής σε μοναστήρια της Βιθυνίας και στη λίμνη Απολλωνιάδα, όπου απέκτησε μεγάλη φήμη για την αρετή και το ήθος του. Το 1254, ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης, εκτιμώντας την αγιότητά του, απαίτησε την εκλογή του στον πατριαρχικό θρόνο, παρότι ο Αρσένιος ήταν απλός και εν πολλοίς άσημος μοναχός, με αποτέλεσμα εντός μίας εβδομάδας να χειροτονηθεί διάκονος, ιερέας και Πατριάρχης. Το 1258 ο Θεόδωρος Β΄ πέθανε, έχοντας ορίσει τον Αρσένιο ως συνεπίτροπο του ανήλικου 7χρονου γιου του και νόμιμου διαδόχου, Ιωάννη Δ΄ Λάσκαρη, αλλά ο φιλόδοξος στρατηγός Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος οργάνωσε πραξικόπημα, παραμέρισε τους υπόλοιπους επιτρόπους και αυτοανακηρύχθηκε συναυτοκράτορας. Ο Αρσένιος, τότε, πιεσμένος από τις πολιτικές εξελίξεις δέχθηκε να τον στέψει υπό τον αυστηρό όρο ότι ο Μιχαήλ θα προστάτευε τα δικαιώματα του μικρού Ιωάννη. Διαπιστώνοντας όμως τις ραδιουργίες της αυλής και νιώθοντας τύψεις, παραιτήθηκε από τον θρόνο την άνοιξη του 1260 και αποσύρθηκε σε μοναστήρι.

Τον Ιούλιο του 1261, τα βυζαντινά στρατεύματα ανακατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη από τους Λατίνους και ο Μιχαήλ κάλεσε πίσω τον Αρσένιο στον θρόνο. Εκείνος αποδέχθηκε, επέστρεψε θριαμβευτικά και τέλεσε τη νέα στέψη του Μιχαήλ στην Αγία Σοφία. Τα Χριστούγεννα του 1261, όμως, θέλοντας να εξασφαλίσει τον θρόνο αποκλειστικά για τη δική του δυναστεία ο Μιχαήλ διέταξε την τύφλωση και τη φυλάκιση του 11χρονου νόμιμου βασιλιά Ιωάννη Δ΄ Λάσκαρη, με τον Αρσένιο να συγκλονίζεται και, επιδεικνύοντας μεγάλο θάρρος, αφόρισε αμέσως τον πανίσχυρο αυτοκράτορα, απαγορεύοντάς του την είσοδο στην εκκλησία. Ο Μιχαήλ ζήτησε επανειλημμένα συγχώρεση γονατιστός, αλλά ο Αρσένιος παρέμεινε ανένδοτος ζητώντας την αποκατάσταση του Ιωάννη. Μη δυνάμενος να κάμψει τον Πατριάρχη, ο Μιχαήλ συνεκάλεσε Σύνοδο το 1265 με πειθήνια μέλη και χρησιμοποιώντας ψευδείς και κατασκευασμένες κατηγορίες, η Σύνοδος καθαίρεσε και αφόρισε τον Αρσένιο, εξορίζοντάς τον στο νησί Προκόννησο της Προποντίδας στη Μονή της Σούδας. Παρά τις κακουχίες, δεν λύγισε ποτέ και αρνήθηκε να αναγνωρίσει τους διαδόχους του που διόρισε ο αυτοκράτορας και εκοιμήθη στην εξορία στις 30 Σεπτεμβρίου 1273.

Η καθαίρεσή του δίχασε βαθιά την κοινωνία του Βυζαντίου. Οι υποστηρικτές του (μοναχοί, κληρικοί και πιστοί που ονομάστηκαν Αρσενιάτες) αρνούνταν να κοινωνήσουν με την επίσημη Εκκλησία, θεωρώντας τους επόμενους Πατριάρχες παράνομους. Το «Σχίσμα των Αρσενιατών» ταλαιπώρησε την αυτοκρατορία για σχεδόν μισό αιώνα, μέχρι το 1310, όταν τα λείψανα του Αγίου μεταφέρθηκαν στην Αγία Σοφία και επήλθε επίσημη συμφιλίωση.

Μιχαήλ ο Α΄ Μητροπολίτης Κιέβου

Θεωρείται από την εκκλησιαστική παράδοση ως πρώτος Μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ρωσίας και ήταν ο άνθρωπος που ηγήθηκε του ιστορικού εκχριστιανισμού των Ρώσων το 988, θέτοντας τα θεμέλια της Ορθοδοξίας στις σλαβικές χώρες. Οι ιστορικές πηγές και τα χρονικά της εποχής διαφωνούν για την εθνικότητά του. Αλλες πηγές τον αναφέρουν ως Ελληνα κληρικό, ενώ άλλες ως Σύριο, Βούλγαρο ή Σέρβο. Οταν ο Μέγας Πρίγκιπας του Κιέβου, Βλαδίμηρος Α΄, κατέλαβε τη βυζαντινή Χερσώνα στην Κριμαία και ζήτησε ως σύζυγο την πορφυρογέννητη πριγκίπισσα Αννα, αδελφή των Βυζαντινών αυτοκρατόρων Βασιλείου Β΄ και Κωνσταντίνου Η΄, βασικός όρος ήταν να βαπτιστεί ο ίδιος και ο λαός του. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Νικόλαος Β΄ Χρυσοβέργης, επέλεξε τότε τον Μιχαήλ και του ανέθεσε το τιτάνιο έργο της οργάνωσης της νέας Εκκλησίας.

Ρωσική εικόνα του Αγίου Μιχαήλ Α΄.
Ρωσική εικόνα του Αγίου Μιχαήλ Α΄.

Ο Μιχαήλ συνόδευσε την πριγκίπισσα Αννα στο Κίεβο γύρω στο 988-989, βάπτισε τον Βλαδίμηρο, την οικογένειά του, τους ευγενείς και τους στρατιώτες και, στη συνέχεια, οδήγησε τον λαό του Κιέβου στις όχθες του ποταμού Δνείπερου για τη μαζική ιστορική βάπτιση του έθνους. Ηγήθηκε της καταστροφής των παγανιστικών ειδώλων που δέσποζαν στους λόφους του Κιέβου, ταξίδεψε σε πολλές ρωσικές πόλεις κηρύσσοντας το Ευαγγέλιο και ίδρυσε τις πρώτες ξύλινες εκκλησίες και θρησκευτικά σχολεία για τη μόρφωση του κλήρου. Η παράδοση τού αποδίδει την ίδρυση της διάσημης Μονής του Αγίου Μιχαήλ με τους χρυσούς τρούλους στο Κίεβο, καθώς και της Μονής Μεζιχίρσκι, που στελέχωσε με Ελληνες μοναχούς. Εκοιμήθη δε ειρηνικά στις 15 Ιουνίου 992 στο Κίεβο, προκαλώντας μεγάλη θλίψη στον Βλαδίμηρο. Ενταφιάστηκε αρχικά στον εμβληματικό Ναό της Θεοτόκου των Δεκατών (Δεσιατίνναγια) στο Κίεβο και γύρω στο 1103, το άφθαρτο λείψανό του μεταφέρθηκε στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα στον Καθεδρικό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Τιμάται επίσης η μνήμη: Αριστάκου, Βαρτάν, Χουσσίκ, Ναρσή και Ισαάκ απογόνων αγ. Γρηγορίου του Φωτιστού της Αρμενίας, παρθενομαρτύρων Ριψιμίας, Γαϊάνης και 32 συνασκητριών, μάρτυρος Στρατονίκου και οσίου Γρηγορίου παρά τον ποταμόν Πέλσμα.

Πηγή: kathimerini.gr

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις