Εορτολόγιο 3 Οκτωβρίου: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, Ιωάννης ο Νέος ο Χοζεβίτης και Αγία Δάμαρις
Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 3 Οκτωβρίου. Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
- Δάμαρις
- Διονυσία, Διονύσιος, Νιόνιος, Ντένις
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, Ιωάννης ο Νέος ο Χοζεβίτης και Αγία Δάμαρις
Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης
Πολιούχος Αγιος των Αθηνών και προστάτης των δικαστικών και του Δικαστικού Σώματος στην Ελλάδα, υπήρξε ένας από τους πρώτους Αθηναίους που ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό και διετέλεσε πρώτος Επίσκοπος Αθηνών. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 9 από εξαιρετικά πλούσια και αρχοντική οικογένεια ειδωλολατρών, σπούδασε ρητορική, αστρονομία και φιλοσοφία, αρχικά στην Αθήνα και στη συνέχεια στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου, ενώ, λόγω της σοφίας του, εξελέγη μέλος του ανώτατου δικαστηρίου της πόλης, του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ο Διονύσιος βρισκόταν στην Αίγυπτο την ημέρα που σταυρώθηκε ο Χριστός και, βλέποντας το υπερφυσικό σκοτάδι που κάλυψε τη γη μέρα μεσημέρι, αναφώνησε το περίφημο: «Ή Θεὸς πάσχει ή το παν απόλλυται», σημείωσε μάλιστα την ακριβή ώρα του γεγονότος. Οταν το 51 ο απ. Παύλος επισκέφθηκε την Αθήνα και κήρυξε στον Αρειο Πάγο για τον «Αγνωστο Θεό», ο Διονύσιος, ακούγοντάς τον να περιγράφει τον θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού, συνέδεσε το κήρυγμα με το παράδοξο σκοτάδι που είχε ζήσει στην Αίγυπτο, και τότε, συγκλονισμένος, πίστεψε αμέσως και βαπτίστηκε μαζί με τη Δάμαρι. Κατηχήθηκε από τον Παύλο και αργότερα διαδέχθηκε τον Ιερόθεο στον επισκοπικό θρόνο των Αθηνών.

Η παράδοση αναφέρει ότι ο Διονύσιος, μαζί με άλλους ιεράρχες, μεταφέρθηκε θαυματουργικά με νεφέλη στην Ιερουσαλήμ κατά την Κοίμηση της Θεοτόκου, και στα συγγράμματά του περιγράφει τη συγκλονιστική εμπειρία του από τη συνάντηση με την Παναγία, σημειώνοντας ότι η πνευματική της ακτινοβολία ήταν τόσο έντονη, που, αν δεν γνώριζε τον αληθινό Θεό, θα τη λάτρευε ως θεότητα. Κατά τον διωγμό του αυτοκράτορα Δομετιανού, ο Διονύσιος και οι δύο μαθητές του συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και έλαβαν μαρτυρικό τέλος διά της πυράς. Τη μαρτυρία ότι ο Διονύσιος υπήρξε επίσκοπος Αθηνών τη δίνει ο Διονύσιος Κορίνθου και μας τη μεταφέρει στην Εκκλησιαστική Ιστορία του ο Ευσέβιος Καισαρείας.
Στην εκκλησιαστική γραμματεία σώζεται μια σειρά από κορυφαία θεολογικά και μυστικά συγγράμματα («Περί θεολογικής ιεραρχίας» και «Περί θείων ονομάτων») που φέρουν το όνομά του. Ωστόσο, η σύγχρονη ιστορική έρευνα έχει αποδείξει ότι τα κείμενα αυτά γράφτηκαν τον 5ο – 6ο αι. από άγνωστο χριστιανό φιλόσοφο, ο οποίος χρησιμοποίησε το όνομα του Διονυσίου ως ψευδώνυμο ώστε να έχει μεγαλύτερη απήχηση, και για τον λόγο αυτό αναφέρεται ως Ψευδο-Διονύσιος. Παρά το ψευδεπίγραφον, η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει ενσωματώσει πλήρως τη θεολογία αυτών των κειμένων στην παράδοσή της.
Ο Αγιος τιμάται ιδιαίτερα στην Αθήνα, άλλωστε είναι πολιούχος της πόλης, και σε αυτόν είναι αφιερωμένος ο εντυπωσιακός καθεδρικός ναός της Καθολικής Εκκλησίας στην οδό Πανεπιστημίου, ο ομώνυμος ναός της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην οδό Σκουφά Κολωνακίου, ενώ ο εξαιρετικός πεζόδρομος που σε μεγάλο βαθμό κυκλώνει την Ακρόπολη των Αθηνών φέρει το όνομά του.
Ιωάννης ο Νέος ο Χοζεβίτης
Γνωστός και ως ο Ρουμάνος, αποτελεί έναν από τους σύγχρονους Αγίους της Ορθοδοξίας και έμεινε στην ιστορία για την αυστηρή ασκητική του ζωή στην έρημο της Ιουδαίας και για το άφθορο και ευωδιάζον ιερό σκήνωμά του, το οποίο φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου του Χοζεβά στα Ιεροσόλυμα. Γεννήθηκε στις 23 Ιουλίου 1913 στο χωριό Χωροντίστεα (Horodiștea) της Ρουμανίας και το κοσμικό του όνομα ήταν Ηλίας Ιακώβ. Η ζωή του σημαδεύτηκε από βαθύ πόνο, καθώς ο πατέρας του σκοτώθηκε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1914 και η μητέρα του πέθανε από ασθένεια λίγο αργότερα, κι έτσι ο μικρός Ηλίας έμεινε εντελώς ορφανός σε ηλικία μόλις 4 ετών. Την ανατροφή του ανέλαβε αρχικά η ευσεβής γιαγιά του, η οποία του μετέδωσε τη βαθιά πίστη στον Θεό, και όταν πέθανε και εκείνη, ο Ηλίας έμεινε υπό την προστασία ενός θείου του, αντιμετωπίζοντας πολλές στερήσεις και σκληρή μοναξιά.
Από νωρίς ένιωσε την κλίση για τον μοναχισμό. Το 1933, σε ηλικία 20 ετών, εισήλθε ως δόκιμος στην περίφημη Ιερά Μονή Νεάμτς στη Ρουμανία, όπου εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος και βοηθός στο φαρμακείο της μονής, επιδεικνύοντας σπάνια υπακοή και πραότητα. Στις 8 Απριλίου 1936 εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Ιωάννης, ενώ το φθινόπωρο του 1936, εκπληρώνοντας έναν μεγάλο του πόθο, ταξίδεψε για να προσκυνήσει στους Αγίους Τόπους. Εκεί, μαγεμένος από την πνευματικότητα της ερήμου, αποφάσισε να μην επιστρέψει ποτέ στη Ρουμανία και εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου στην έρημο της Ιουδαίας, όπου ασκήτεψε για 10 χρόνια μαθαίνοντας την ελληνική γλώσσα, εκτελώντας χρέη νοσοκόμου και αποκτώντας το χάρισμα των δακρύων και της αδιάλειπτης νοεράς προσευχής. Το 1947 χειροτονήθηκε διάκονος και στη συνέχεια πρεσβύτερος από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, διορίστηκε, μάλιστα, ηγούμενος στη ρουμανική σκήτη του Ιορδάνου, θέση την οποία υπηρέτησε μέχρι το 1952.
Η επιθυμία του για απόλυτη απομόνωση και ησυχία τον οδήγησε το 1953 στο φαράγγι του Ουάντι Κελτ, κοντά στην Ιερά Μονή Χοζεβά, όπου εγκαταστάθηκε σε απόκρημνο, σχεδόν απρόσιτο σπήλαιο, γνωστό ως Σπήλαιο της Αγίας Αννης. Η ζωή του εκεί ήταν υπεράνθρωπη, ζούσε σε συνθήκες ακραίας ζέστης το καλοκαίρι και ψύχους τον χειμώνα, ενώ έτρωγε ελάχιστα παξιμάδια, χόρτα και ρίζες της ερήμου και περνούσε τις νύχτες του προσευχόμενος γονατιστός. Παράλληλα, είχε πλούσιο πνευματικό και ποιητικό έργο, γράφοντας προσευχές, πνευματικές νουθεσίες και ποιήματα στη μητρική του γλώσσα. Λόγω των κακουχιών και των ασθενειών που τον ταλαιπωρούσαν από νεαρή ηλικία, ο όσιος παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Θεό στις 5 Αυγούστου 1960, σε ηλικία μόλις 47 ετών, και ετάφη από τους μοναχούς στο σπήλαιο της ασκήσεώς του.
Είκοσι χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1980, όταν οι μοναχοί άνοιξαν τον τάφο του για να κάνουν την ανακομιδή των οστών, βρήκαν το σώμα του εντελώς άφθαρτο, εύκαμπτο, αναλλοίωτο και να αναδίδει μια ανείπωτη θεία ευωδία. Το άγιο σκήνωμα μεταφέρθηκε αμέσως με λιτανεία στο καθολικό της Ιεράς Μονής Χοζεβά και τοποθετήθηκε σε γυάλινη λάρνακα, όπου παραμένει μέχρι σήμερα ως πηγή αναρίθμητων θαυμάτων και σημείο προσκυνήματος για πιστούς από όλο τον κόσμο.
Ο όσιος άφησε πίσω του πλούσια γραπτή κληρονομιά, που βρέθηκε στα τετράδιά του μετά την κοίμησή του στο σπήλαιο της Αγίας Αννης. Τα κείμενά του περιλαμβάνουν δεκάδες κατανυκτικά ποιήματα, επιστολές και καταγραφές, τα οποία στην πατρίδα του τη Ρουμανία εκδόθηκαν σε πολυσέλιδους τόμους με τον τίτλο «Σπίθες από πυρόλιθο». Η ποίησή του είναι βαθύτατα βιωματική, ενώ πολλά από τα γραφόμενά του έχουν έντονο προφητικό και εσχατολογικό χαρακτήρα, περιγράφοντας την πνευματική κρίση του σύγχρονου κόσμου.
Τα ποιήματα του Αγίου δεν γράφτηκαν για καλλιτεχνική προβολή, αλλά ως εσωτερικός διάλογος της ψυχής του με τον Θεό και την Παναγία. Τα κύρια χαρακτηριστικά τους είναι η νοσταλγία για την έρημο, καθώς στους στίχους του αποτυπώνεται η απόλυτη αγάπη του για την ησυχία, οι ικεσίες προς την Παναγία και η κριτική στον ορθολογισμό. Στο ποίημά του «Οι Εωσφόροι της Επιστήμης», ασκεί σκληρή κριτική στους επιστήμονες της εποχής του που προσπαθούν με έπαρση να αποδείξουν ότι δεν υπάρχει Θεός και γράφει: «Οι επιστήμονες που σήμερα πασχίζουν σκληρά, ξανά και ξανά, σε ένα έργο μάταιο, να αποδείξουν πλήρως […] ότι δεν υπάρχει Θεός για να βασιλεύει, με την πρόοδο της επιστήμης, σαν ένας Εωσφόρος φουσκωμένος από περηφάνια, πηγαίνουν ψηλότερα, σε πρόκληση…».
Προέβλεψε, επίσης, με ακρίβεια την πνευματική κατάσταση των εσχάτων χρόνων, εστιάζοντας στην εκκοσμίκευση των πνευματικών ποιμένων, την τεχνολογική ανάπτυξη χωρίς πίστη και τη δοκιμασία των πιστών. Προφήτευσε ότι οι πνευματικοί ηγέτες θα εγκαταλείψουν την πατερική παράδοση για να ακολουθήσουν το κοσμικό ρεύμα, σημείωσε ότι η επιστημονική πρόοδος θα συνοδευτεί από απώλεια του φόβου του Θεού, οδηγώντας σε πνευματική αναρχία, και προέβλεψε ότι όσοι τηρούν τις εντολές του Θεού θα απομονωθούν και θα υποστούν διώξεις από τις κοσμικές εξουσίες. Στο δε ποίημά του «Ο άνεμος της ερήμωσης» συνέδεσε την ηθική παρακμή με φυσικές καταστροφές και πολέμους.
Αγία Δάμαρις
Εζησε τον 1ο αι. και υπήρξε η πρώτη γυναίκα της Αθήνας που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, καθώς βρισκόταν ανάμεσα στο ακροατήριο, όταν ο απ. Παύλος επισκέφθηκε την Αθήνα το 51 και εκφώνησε την περίφημη ομιλία του στον Αρειο Πάγο για τον «Αγνωστο Θεό». Ενώ οι περισσότεροι Αθηναίοι φιλόσοφοι χλεύασαν τον Παύλο όταν άκουσαν για την Ανάσταση των νεκρών, μια μικρή ομάδα ανθρώπων συγκλονίστηκε και αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς στις Πράξεις των Αποστόλων (17, 34) διασώζει τα ονόματα των δύο πιο επιφανών προσώπων που πίστεψαν εκείνη την ημέρα: «Τινὲς δε άνδρες κολληθέντες αυτώ επίστευσαν, εν οις και Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και γυνὴ ονόματι Δάμαρις και έτεροι συν αυτοίς».
Το γεγονός ότι ο Λουκάς τη μνημονεύει ονομαστικά, σε μια εποχή που οι γυναίκες σπάνια αναφέρονταν σε δημόσια έγγραφα, φανερώνει ότι η Δάμαρις ήταν προσωπικότητα με υψηλή κοινωνική θέση, ευγενή καταγωγή και μεγάλη επιρροή στην αθηναϊκή κοινωνία. Ορισμένοι ιστορικοί και γλωσσολόγοι υποστηρίζουν ότι το όνομά της δεν είναι αμιγώς ελληνικό, αλλά αποτελεί εξελληνισμένο τύπο του εβραϊκού ονόματος Θαμάρ, που σημαίνει φοίνικας. Αυτό ίσως υποδηλώνει ότι ήταν Ιουδαία μέτοικος με υψηλή παιδεία που ζούσε στην Αθήνα και είχε έντονα πνευματικά ενδιαφέροντα.
Μετά τη βάπτισή της, η Αγία αφιέρωσε τη ζωή, τον χρόνο και την περιουσία της στην εδραίωση της πρώτης χριστιανικής κοινότητας των Αθηνών και εικάζεται ότι, λόγω της μόρφωσής της, βοήθησε ενεργά στο κατηχητικό έργο της Εκκλησίας. Πιθανολογείται, μάλιστα, ότι χειροτονήθηκε διακόνισσα, ώστε να μπορεί να προσεγγίζει, να κατηχεί και να βαπτίζει τις γυναίκες της Αθήνας, οι οποίες λόγω των κοινωνικών ηθών της εποχής ζούσαν απομονωμένες στα γυναικεία διαμερίσματα. Εζησε το υπόλοιπο της ζωής της με απόλυτη χριστιανική συνέπεια και εκοιμήθη ειρηνικά, έχοντας προλάβει να δει τους πρώτους καρπούς του Χριστιανισμού στην πόλη της. Για να τιμήσει την πρώτη της χριστιανή, η πόλη των Αθηνών έχει ονομάσει προς τιμήν της έναν από τους πιο κεντρικούς και γνωστούς δρόμους στην περιοχή του Παγκρατίου, την οδό Δαμάρεως. Επίσης, πλήρη εκκλησιαστική ακολουθία προς τιμήν της έχει συνθέσει ο υμνογράφος της Εκκλησίας π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.
Τιμάται επίσης η μνήμη: μάρτυρος Θεοκτίστου, ιερομάρτυρος Διονυσίου Επισκόπου Αλεξανδρείας και των μαθητών αυτού Φαύστου, Γαΐου, Ευσεβίου και Χαιρήμονος των διακόνων, μάρτυρος Θεαγένους, μάρτυρος Θεοτέκνου και του οσίου Διονυσίου της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου.
Πηγή: kathimerini.gr