Εορτολόγιο 23 Οκτωβρίου: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι: Αγιος Απόστολος και Πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων Ιάκωβος ο Αδελφόθεος και ο Αγιος Ιγνάτιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 23 Οκτωβρίου. Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
- Ιακωβίνα (Αδελφοθέου), Ιάκωβος
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι: Αγιος Απόστολος και Πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων Ιάκωβος ο Αδελφόθεος και ο Αγιος Ιγνάτιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Ιάκωβος ο Αδελφόθεος
Γνωστός, επίσης, ως Ιάκωβος ο Δίκαιος, ήταν κορυφαία προσωπικότητα της αποστολικής Εκκλησίας, πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων και συγγραφέας της Καθολικής Επιστολής Ιακώβου της Καινής Διαθήκης. Ονομάστηκε έτσι επειδή, σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ήταν γιος του Ιωσήφ του Μνήστορος από τον γάμο του, πριν αρραβωνιαστεί την Παναγία και, ως εκ τούτου, θεωρούνταν «αδελφός» του Ιησού, κατά τη νομική και κοινωνική έννοια της εποχής. Αρχικά, ο Ιάκωβος και τα αδέλφια του αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη το έργο του Ιησού, ωστόσο, μετά την Ανάσταση, ο Χριστός εμφανίστηκε προσωπικά σε αυτόν (Α΄ Κορινθίους 15, 7), γεγονός που τον μετέτρεψε σε θερμό και αφοσιωμένο πιστό, και μετά την Ανάληψη και την Πεντηκοστή, ανέλαβε την ηγεσία της πρώτης χριστιανικής κοινότητας στα Ιεροσόλυμα. Διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην Αποστολική Σύνοδο το 49, όταν πρότεινε τη συμβιβαστική λύση να μην εξαναγκάζονται οι εξ εθνών χριστιανοί να τηρούν τον Μωσαϊκό Νόμο (π.χ. περιτομή), ανοίγοντας τον δρόμο για την παγκόσμια εξάπλωση του Χριστιανισμού. Κέρδισε δε το προσωνύμιο «Δίκαιος», όχι μόνο των χριστιανών αλλά και των Ιουδαίων, εξαιτίας της ασκητικής του ζωής, της αδιάλειπτης προσευχής του στον Ναό και της βαθιάς του δικαιοσύνης.
Σύμφωνα με τον ιστορικό Φλάβιο Ιώσηπο και τον εκκλησιαστικό ιστορικό Ευσέβιο Καισαρείας, το 62 ο αρχιερέας Ανανος εκμεταλλεύτηκε το πολιτικό κενό πριν από την άφιξη του νέου Ρωμαίου ηγεμόνα και καταδίκασε τον Ιάκωβο σε θάνατο. Οι Ιουδαίοι τότε τον ανέβασαν στο πτερύγιο του Ναού των Ιεροσολύμων και του ζήτησαν να απαρνηθεί τον Χριστό, εκείνος ομολόγησε την πίστη του, με αποτέλεσμα να τον γκρεμίσουν από αυτό το ύψος. Καθώς ήταν ακόμα ζωντανός και προσευχόταν για τους διώκτες του, ένας άνδρας τον χτύπησε θανάσιμα στο κεφάλι.

Η Καθολική Επιστολή του Ιακώβου είναι ένα από τα πιο πρακτικά και άμεσα βιβλία της Καινής Διαθήκης, καθώς δεν εστιάζει σε βαθιές θεολογικές θεωρίες, αλλά στην καθημερινή χριστιανική συμπεριφορά και την κοινωνική δικαιοσύνη. Ο Ιάκωβος απευθύνεται «ταίς δώδεκα φυλαίς ταίς εν τη διασπορά» (Ιακ. 1, 1), δηλαδή στους Ιουδαιοχριστιανούς που ζούσαν διασκορπισμένοι έξω από την Παλαιστίνη, στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Το καίριο θέμα της επιστολής είναι η σχέση πίστης και πράξης και τονίζει ότι η αληθινή πίστη δεν είναι απλώς μια θεωρητική αποδοχή του Θεού, αλλά πρέπει να φαίνεται στις πράξεις μας, με τη χαρακτηριστική φράση «Η πίστις χωρίς των έργων νεκρά εστι» (Ιακ. 2, 26), γράφοντας μάλιστα σαν παράδειγμα ότι, αν δεις έναν αδελφό που πεινάει και του πεις απλώς «ο Θεός μαζί σου» χωρίς να του δώσεις φαγητό, αυτή η πίστη δεν έχει κανένα νόημα (Ιακ. 2, 15-16). 3.
Για αιώνες υπήρχε μια φαινομενική «διαφωνία» ανάμεσα στον Ιάκωβο και τον απ. Παύλο, καθώς ο Παύλος έγραφε ότι ο άνθρωπος σώζεται «μόνο με την πίστη» (δικαίωση εκ πίστεως). Στην πραγματικότητα δεν διαφωνούν, αλλά συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον. Ο Παύλος αντιμετώπιζε όσους πίστευαν ότι θα σωθούν τηρώντας τυφλά τις τελετουργίες του Μωσαϊκού Νόμου, ενώ ο Ιάκωβος αντιμετώπιζε το αντίθετο άκρο, χριστιανούς δηλαδή που πίστευαν ότι επειδή βαπτίστηκαν, μπορούν να ζουν ανήθικα χωρίς να κάνουν καλά έργα. Ο Ιάκωβος παρομοιάζει, επίσης, τη γλώσσα με το τιμόνι ενός μεγάλου πλοίου ή μια μικρή σπίθα που μπορεί να κάψει ολόκληρο δάσος, τονίζοντας πόσο εύκολα μπορούμε να καταστρέψουμε ζωές με τα λόγια μας και τη συκοφαντία. Παράλληλα, ασκεί σκληρή κριτική στους πλούσιους που εκμεταλλεύονται και αδικούν τους εργάτες τους κρατώντας τον μισθό τους, προειδοποιώντας τους ότι ο άδικος πλούτος θα στραφεί εναντίον τους, και προτρέπει τους πιστούς να υπομένουν τις θλίψεις με χαρά, γιατί η δοκιμασία της πίστης γεννά την υπομονή και την πνευματική ωριμότητα. Τέλος, στην επιστολή βρίσκεται η ξεκάθαρη βιβλική βάση για το μυστήριο του Ευχελαίου, όταν ο Ιάκωβος προτρέπει: «Ασθενεί τις εν υμίν; προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας και προσευξάσθωσαν επ’ αυτόν αλείψαντες αυτόν ελαίω…» (Ιακ. 5, 14).
Η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου είναι η αρχαιότερη σωζόμενη χριστιανική Λειτουργία, τελείται μόνον τη σημερινή ημέρα και αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία διαμορφώθηκαν μεταγενέστερα οι γνωστές Λειτουργίες του Μ. Βασιλείου και του ιερού Χρυσοστόμου. Μέχρι τον 12ο αι., η Λειτουργία αυτή τελούνταν ευρέως στην Παλαιστίνη, τη Συρία, την Κύπρο και τη Νότια Ιταλία, αλλά σταδιακά αντικαταστάθηκε από τις προαναφερθείσες, κυρίως λόγω της τάσης ομοιομορφίας που επέβαλε το Οικ. Πατριαρχείο. Τα κύρια χαρακτηριστικά και οι ιδιαιτερότητες αυτής της αρχαίας λατρευτικής πράξης περιλαμβάνουν την ενσωμάτωση της προφορικής λειτουργικής παράδοσης και το πνεύμα της αποστολικής εποχής, διατηρεί στοιχεία της αρχαίας χριστιανικής απλότητας και διαφέρει αισθητά από τη συνηθισμένη κυριακάτικη λατρεία, καθώς ο λειτουργός δεν έχει την πλάτη του γυρισμένη στο εκκλησίασμα, αλλά στο μεγαλύτερο τμήμα της Λειτουργίας στέκεται στο κέντρο του σολέα, έξω από το Ιερό Βήμα και στραμμένος προς τους πιστούς. Οι δε πιστοί δεν κοινωνούν με το γνωστό κοχλιάριο (κουταλάκι), αλλά μεταλαμβάνουν ξεχωριστά το Σώμα του Χριστού και ξεχωριστά το Αίμα του Χριστού, με τον τρόπο που κοινωνούν σήμερα μόνον οι κληρικοί. Περιλαμβάνει, επίσης, πολλά και μεγάλα αναγνώσματα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, καθώς στην αρχαία Εκκλησία η διδαχή των Γραφών κατείχε κεντρικό ρόλο και, επειδή τελείται εκτός του Ιερού Βήματος, καταργείται ο οπτικός διαχωρισμός μεταξύ κλήρου και λαού, τονίζοντας την έννοια της κοινότητας. Τέλος, οι ευχές της χαρακτηρίζονται από απαράμιλλο λογοτεχνικό κάλλος, αρχαιοπρέπεια και βαθιά κατάνυξη, αντί δε για το γνωστό «Αξιον Εστίν», ως ύμνος προς τη Θεοτόκο, ψάλλεται το «Επί Σοί χαίρει, Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις…», το οποίο αποδίδει μεγάλη τιμή στο πρόσωπο της Παναγίας.
Ιγνάτιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Ασκητική και ταυτόχρονα τραγική μορφή της εκκλησιαστικής ιστορίας, με την πατριαρχία του να σημαδεύεται από σφοδρές πολιτικές συγκρούσεις, την καθαίρεσή του και τη μεγάλη ρήξη με τον διάδοχό του, Φώτιο τον Μέγα. Ηταν γιος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Α΄ του Ραγκαβέ και της Προκοπίας, κόρης του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄ και, όταν το 813 ο πατέρας του ανατράπηκε από τον Λέοντα Ε΄ τον Εικονομάχο, για να διασφαλιστεί ότι ο νεαρός Νικήτας δεν θα διεκδικούσε ποτέ τον θρόνο, ευνουχίστηκε και εξορίστηκε στα Πριγκηπόνησα. Εκεί εκάρη μοναχός με το όνομα Ιγνάτιος και προϊόντος του χρόνου αναδείχθηκε σε πνευματικό ηγέτη, κερδίζοντας τον σεβασμό των Ζηλωτών μοναχών κατά τη δεύτερη περίοδο της Εικονομαχίας.
Μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Μεθοδίου Α΄ και με την υποστήριξη της ευσεβούς αυτοκράτειρας Θεοδώρας, ο Ιγνάτιος εξελέγη Πατριάρχης το 847. Ανθρωπος με αυστηρές ηθικές αρχές, γρήγορα ήρθε σε σύγκρουση με τον πανίσχυρο καίσαρα Βάρδα, αδελφό της Θεοδώρας και θείο του νεαρού αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, ο οποίος είχε εγκαταλείψει τη σύζυγό του για να συζήσει με τη χήρα νύφη του, γι’ αυτό και αρνήθηκε δημόσια να του δώσει τη Θεία Κοινωνία την ημέρα των Θεοφανίων του 858. Εξοργισμένος τότε ο Βάρδας ανάγκασε τον Ιγνάτιο σε παραίτηση, τον εξόρισε και στη θέση του αναβιβάστηκε ο λαμπρός λόγιος Φώτιος με εις αθρόον χειροτονία, δηλαδή σε μόλις έξι ημέρες έλαβε όλους τους βαθμούς της ιερωσύνης. Η Εκκλησία και βυζαντινή κοινωνία χωρίστηκε τότε σε δύο στρατόπεδα, στους Ιγνατιανούς (ζηλωτές), κυρίως μοναχούς, που ήταν συντηρητικοί, αυστηροί τηρητές των κανόνων, εχθρικοί προς την κοσμική εξουσία και αρνητικοί σε κάθε συμβιβασμό με πρώην εικονομάχους, και στους Φωτιανούς, που ήταν μετριοπαθείς, μορφωμένοι, λόγιοι, ανώτατοι κρατικοί υπάλληλοι και ετάσσοντο με την «οικονομία» της Εκκλησίας χάριν της κοινωνικής ειρήνης. Η σύγκρουση μεταξύ του Ιγνατίου και του Φωτίου, με την καταλυτική παρέμβαση του δυναμικού πάπα Ρώμης Νικολάου Α΄, αποτελεί ένα από τα πιο καθοριστικά κεφάλαια της εκκλησιαστικής ιστορίας, καθώς δεν ήταν απλώς μια προσωπική βεντέτα, αλλά βαθιά γεωπολιτική και εκκλησιολογική σύγκρουση που προανήγγειλε το Μεγάλο Σχίσμα του 1054.
Οι Ιγνατιανοί αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τον Φώτιο και ζήτησαν τη βοήθεια του Νικολάου, ο οποίος, αδράχνοντας την ευκαιρία να παρέμβει στα εσωτερικά της Κωνσταντινούπολης, τάχθηκε υπέρ του Ιγνατίου και αφόρισε το 863 τον Φώτιο, οδηγώντας στο λεγόμενο «Πρώτο Σχίσμα» μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η σύγκρουση πήρε εκρηκτικές διαστάσεις όταν μεταφέρθηκε στο πεδίο της γεωπολιτικής επιρροής, με επίκεντρο τη Βουλγαρία. Ο Φώτιος είχε καταφέρει να βαπτίσει χριστιανό τον Βούλγαρο ηγεμόνα Βόρη Α΄, εκείνος, όμως, επιθυμώντας ανεξάρτητη Εκκλησία που η Κωνσταντινούπολη του αρνιόταν, στράφηκε προς τη Ρώμη, κι έτσι ο πάπας Νικόλαος έστειλε αμέσως Φράγκους ιεραποστόλους στη Βουλγαρία, οι οποίοι άρχισαν να διώχνουν τους Ελληνες ιερείς και να εισάγουν δυτικά έθιμα, με κυριότερο την προσθήκη του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως. Ο Φώτιος αντέδρασε αμέσως, έστειλε εγκύκλιο επιστολή σε όλους τους Πατριάρχες της Ανατολής, κατηγορώντας τη Ρώμη για δογματικές πλάνες, και το καλοκαίρι του 867 συγκάλεσε Μεγάλη Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, η οποία αναθεμάτισε και καθαίρεσε τον Πάπα Νικόλαο Α΄. Αυτό ήταν το λεγόμενο «Φώτειο Σχίσμα».
Αργότερα το 867, ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών δολοφόνησε τον Μιχαήλ Γ΄, κατέλαβε τον θρόνο και, για να κερδίσει την υποστήριξη του πάπα και του λαού, απομάκρυνε τον Φώτιο και αποκατέστησε τον Ιγνάτιο στον πατριαρχικό θρόνο, με τη Σύνοδο του 869 – 870 να καταδικάζει τον Φώτιο. Ωστόσο, ο Ιγνάτιος εξέπληξε τους πάντες, δείχνοντας βυζαντινή πυγμή έναντι της Ρώμης και, παρά τις πιέσεις του πάπα, κράτησε την Εκκλησία της Βουλγαρίας υπό τη δικαιοδοσία της Κωνσταντινούπολης. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του οι δύο άνδρες συμφιλιώθηκαν πλήρως. Μάλιστα, ο Ιγνάτιος αναγνώρισε την αξία του Φωτίου, τον όρισε μάλιστα ως διάδοχό του και του ανέθεσε την κηδεμονία των παιδιών του αυτοκράτορα. Εκοιμήθη ειρηνικά στις 23 Οκτωβρίου 877 και λίγο μετά, ο Φώτιος που έγινε ξανά Πατριάρχης εισηγήθηκε την επίσημη αγιοποίησή του, αποδεικνύοντας ότι η ενότητα της Εκκλησίας ήταν πάνω από τις προσωπικές αντιπαραθέσεις.
Τιμάται επίσης η μνήμη: οσίου Μακαρίου του Ρωμαίου, οσίου Πετρωνίου και οσίου Νικηφόρου κτήτορος της Μονής των Χαρσιανών.
Πηγή: kathimerini.gr