Γράφει ο Παναγιώτης Τζουνάκος

Την αδυναμία της επιστήμης να απαντήσει με ακρίβεια και σαφήνεια στο ερώτημα τι υπάρχει ή τι γίνεται μετά από το θάνατο του κάθε όντος, συνεπώς και του ανθρώπου, αν δηλαδή συνεχίζεται ή όχι κάποια μορφή ζωής, την εκμεταλλεύονται επιτήδειοι, οι οποίοι με διάφορες θεωρίες βρίσκουν την ευκαιρία να παρεισφρέουν και να εγκαθίστανται στα συνειδησιακά κενά. Και επειδή η πραγματική ζωή είναι ελλειμματική, με παραλείψεις και λάθη, λαμβάνοντας υπόψη και τη φθορά της ανθρώπινης προσωπικότητας, ζητείται κάποια άλλη πραγματικότητα για συμπλήρωμα. Τότε ξεπροβάλλουν έντεχνα δομημένες και θεμελιωμένες ανθρώπινες αναφορές και δόγματα, που απορρέουν από τις πράξεις και τη συμπεριφορά των δήθεν ξεχωριστών όντων, υπαρκτών ή μη, οι θρησκείες, οι οποίες αρνούνται τη βεβαιότητα του θανάτου και προσπαθούν να πείσουν για τη συνέχεια της ανθρώπινης ύπαρξης, είτε ως ψυχή, είτε ως πνεύμα. Έτσι προβάλλεται η ανάσταση και κατ’ επέκταση η μετά θάνατον ζωή, η οποία έχει επινοηθεί πριν από το θάνατο και η οποία επιχειρεί να δώσει μηνύματα αισιοδοξίας, ισότητας και δικαιοσύνης της πραγματικής ζωής.

Αρχικά, για τη μετά θάνατον …ζωή (επέκεινα) είναι απαραίτητη μια, έστω και μικρή, αναφορά στη δομή και τη λειτουργία της φύσης, την ύπαρξη, τη βίωση και τη συμβίωση όλων των ζώντων οργανισμών, συνεπώς και του ανθρώπου, όπως ακριβώς συμβαίνει στην πραγματικότητα, που έχουν ερευνηθεί και τεκμηριωθεί επιστημονικά.

Ο άνθρωπος συνυπάρχει με τα όντα της φύσης, με αλληλεξαρτήσεις και αλληλεπιδράσεις και έχει παράλληλη και συμβατή πορεία. Ο αγώνας για επιβίωση, κοινός, συνεχής και αδιάκοπος, χαρακτηρίζει όλους τους ζώντες οργανισμούς. Και όπως όλα τα έμβια κλείνουν τον κύκλο τους σωματικά, νοητικά και ψυχικά έτσι και ο κάθε άνθρωπος οδεύει προς το τέλος του, παρασύροντας όλες τις λειτουργίες, σωματικές, πνευματικές και ψυχικές, που τον συνθέτουν και τον συγκροτούν. Η όποια θεωρία οικοδομείται και στηρίζεται στην εύλογη προσμονή και ελπίδα για μια δεύτερη-άλλη ζωή είναι εφεύρεση φανταστική, τελείως εξωπραγματική, ενταγμένη στις θρησκευτικές επινοήσεις. Η αναζήτηση μιας στείρας, κενής και παράφορης, ψευδούς και τυφλής υπερβατικότητας και η προσήλωση σε αόρατα και ιδεατά προπλάσματα και προσπεράσματα, καθώς και η πορεία με τα σύννεφα της προσδοκίας είναι μια «ευχάριστη» και «αισιόδοξη» ματαιοπονία ενταγμένη και στηριγμένη σε μυθεύματα και θρησκοληπτικές διεξόδους.

Η ιδέα της ανάστασης θεμελιωμένη και πορευμένη πάνω σε μύθους, αλλά και στην προσδοκία των ανθρώπων για λύτρωση και καθαρμό και την ύπαρξη μιας άλλης ζωής αποτελεί τη βάση της θρησκείας του Ιησού, αφού χωρίς ανάσταση δεν υπάρχει θρησκεία. Είναι το όνειρο για μια άλλη αιώνια ζωή απαλλαγμένη από υλικά και φθαρτά αγαθά, που δεν θα υπάρχουν διαφορές, ανισότητες, αμαρτίες και θάνατος. Η ανάσταση των νεκρών και η τοποθέτηση των πιστών στα δεξιά του πατρός στον κήπο της Εδέμ και των άλλων στο πυρ το εξώτερον είναι μια μεροληπτική, φοβική διαταραχή της ψυχικής κατάστασης, προαίσθημα κακού και πανικού, που έχει στόχο τον έλεγχο των θρησκευόμενων, της συνειδησιακής τους πορείας και την καθοδήγησή τους.

Η αθανασία των πιστών είναι μια αρχαιότατη φαντασίωση και ένας διακαής πόθος των ανθρώπων. Στηριγμένη στα δόγματα των θρησκειών αποτελεί την οριστική νίκη του θανάτου, την υπέρβαση της φθαρτής υλικής ζωής και την ένταξή της σε μια δίκαιη αιώνια κοινωνία. Έτσι, η συγκέντρωση στον υπερβατικό χώρο αποσπά την προσοχή από το νόημα και την αξία της πραγματικής ζωής. Η απόρριψη των μεταθανάτιων ουτοπιών, προσδοκιών και απατηλών απολαύσεων προσγειώνει και συγκεντρώνει στο συμβατικό χώρο της ύπαρξης. Η συμπεριφορά και οι πράξεις θα ταυτοποιήσουν το άτομο, χωρίς το ενδεχόμενο της αλλαγής, μεταβολής ή προσαρμογής στην άλλη ζωή, στον ανύπαρκτο-υποθετικό χώρο των ψευδαισθήσεων. Γενικά η αθανασία της ψυχής είναι η διέξοδος του ανθρώπου σε όλες τις θρησκείες, με τον νεαρό Μαρξ να διατυπώνει την άποψη ότι: « Η θρησκεία υπόσχεται ψευδείς μεταθανάτιες εκπληρώσεις ως ανταμοιβή για την εγκόσμια αθλιότητα». Τελικά, αθανασία είναι η εσφαλμένη αντίληψη του χρόνου, του οποίου η άρνηση δεν έχει περιεχόμενο.

Οι στοχαστικές υποδείξεις όλων των θρησκειών επενδύουν στον τρόμο του θανάτου και με την ανάσταση του σώματος και την αθανασία της ψυχής στις ισότιμες μεταθανάτιες απολαύσεις, στέκονται απέναντι στις εν ζωή αδικίες και μεροληψίες. Η μη αποδοχή ή η άρνηση του θανάτου αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο και τον παιδαγωγικό πυρήνα κάθε θρησκείας, αφού η αναζήτηση της αιώνιας ζωής ήταν, είναι και θα είναι η διακαής επιθυμία του κάθε ανθρώπου.

Ο Βρετανός θεωρητικός φυσικός και κοσμολόγος Στήβεν Χόκινγκ (1942-2018) έχει δηλώσει: «ο θεός είναι περιττός», «το Σύμπαν διέπεται από τους νόμους της επιστήμης», θεωρεί την έννοια του Παραδείσου ως μύθο, πιστεύοντας ότι «δεν υπάρχει Παράδεισος ή μετά θάνατον ζωή».

Η ζωή του καθένα αρχίζει σε ένα σημείο και τελειώνει σε κάποιο άλλο. Σε αντίθεση με την Εκκλησία, η ζωή όλων των όντων, άρα και του ανθρώπου, κλείνει σε δύο ημερομηνίες. Το περπάτημα αυτό για κάποιους είναι πολύ μικρό, για κάποιους αρκετά μεγάλο. Είναι το οριοθέτημα της ύπαρξης, στο πλαίσιο του οποίου γεννιέται και πεθαίνει κάθε στοιχείο της φύσης.

Αγωνιζόμαστε καθημερινά για την επιβίωσή μας και για να διευρύνουμε τα όρια της ποιοτικής ζωής μας. Και για αμοιβή θα εισπράξουμε την κοινωνική ισότητα, την ψυχική ηρεμία και ισορροπία. Και δεν περιμένουμε τη Δευτέρα ή την Τρίτη Παρουσία για ανταμοιβή. Γιατί η ζωή είναι εδώ. Και μόνο εδώ. Γιατί άλλη ζωή δεν υπάρχει.

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις