Γράφει η Ελεάννα Βλαστού* / kathimerini.gr

Κοιτώ φωτογραφίες φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και θαυμάζω τους ευφάνταστους τρόπους με τους οποίους φορούν το τετράγωνο ασπρόμαυρο μαντίλι. Τυλιγμένο γύρω από τον λαιμό, στο κεφάλι, πιασμένο στα μαλλιά, σαν εσάρπα, σαν μπέρτα, δεμένο στο μπράτσο ή σαν σκέπασμα, εικάζω, μέσα στο προσωρινό κατάλυμα το αντίσκηνο. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να ενταχθεί στην γκαρνταρόμπα και στην καθημερινότητα το μαντίλι που παραδοσιακά φοριέται σε μέρη της Μέσης Ανατολής.

Πριν από είκοσι πέντε χρόνια –θαυμάστε τις γνώσεις– πουλιόταν στο Zara και η αλυσίδα είχε κατηγορηθεί για ό,τι σήμερα ονομάζουμε πολιτισμική οικειοποίηση. Αλλά τώρα είναι εντάξει, λέγεται πολιτισμική ανταλλαγή και όλοι είναι σύμφωνοι να φοριέται, από όλους, ως ένδειξη αλληλεγγύης. Γι’ αυτό είναι ενδιαφέρουσα η μόδα, εκτός από ωραία μπορεί να είναι και χρήσιμη. Ακόμη κι αν η ελευθερία του λόγου καταργηθεί, τα ρούχα και τα αξεσουάρ πάντα θα υποδηλώνουν, ακόμη και τα αποσιωπημένα.

Στο θέμα είμαι, μη βιάζεστε. Οι φοιτητές διαδηλώνουν για τον πόλεμο στην Παλαιστίνη. Ανάμεσα στα μαντίλια το μάτι μου πιάνει ένα πανό που γράφει «ηλεκτρολύτες». Εκατοντάδες φοιτητές βρίσκονται στον αύλειο χώρο, τριγύρω από τον αυτοσχέδιο καταυλισμό ή μέσα στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και ζητούν –ό,τι επιθυμούμε όλοι– παύση πυρός. Αξιώνουν επίσης διακοπή σχέσεων και κυρώσεις σε όποιον συνεργάζεται με το Ισραήλ, αποεπένδυση της στρατιωτικής εκστρατείας.

Δεν τίθεται θέμα, ακούω, διείσδυσης του Ισλάμ στη Δύση ούτε πρόκειται για αντισημιτικές διαδηλώσεις. Εχω αρχίσει να το πιστεύω, είναι ανυποψίαστοι. Ενας στους πέντε νέους Αμερικανούς, ασχέτως μορφωτικού επιπέδου, κατατάσσει το Ολοκαύτωμα στους μύθους. Και σύμφωνα πάλι με την έρευνα του YouGov/Economist, μόνον οι μισοί από το ηλικιακό γκρουπ 18-29 είναι πεπεισμένοι πως η δολοφονία έξι εκατομμυρίων Εβραίων είναι γεγονός.

Ενας δημοσιογράφος ζητάει από έναν φοιτητή να απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις κι εκείνος αποκρίνεται αρνητικά, διότι «δεν έχει κατάρτιση στα μίντια». Εχουν επιλεχτεί συγκεκριμένοι σπουδαστές, που λειτουργούν ως γραφείο Τύπου. Μία από τις εύγλωττες επιλαχούσες είναι η φοιτήτρια Συγκριτικής Λογοτεχνίας Johannah King-Slutzky.

Η Τζοάνα μπαίνει γρήγορα στο θέμα και απαιτεί «άμεσα» να δοθούν προμήθειες. Διότι «οι φοιτητές θα λιμοκτονήσουν ή θα πεθάνουν από αφυδάτωση» χωρίς τη «βασική ανθρωπιστική βοήθεια». Είναι «ηθικό δικαίωμα». Ετσι. Γιατί οι νεοϋορκέζικες επαναστάσεις (intifada) χρειάζονται catering, παρότι η πανεπιστημιακή τραπεζαρία είναι ανοιχτή για όποιον πεινάει ή διψάει. Και μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει στον άναυδο δημοσιογράφο, που πιστεύει ότι η ανθρωπιστική βοήθεια δίνεται σε καταστάσεις φυσικών καταστροφών ή βίαιων συγκρούσεων, «ζητούμε κάτι σαν: μπορώ να έχω ένα ποτήρι νερό;».

Πώς είναι δυνατόν μια δυναμική, έξυπνη influencer να εκστομίσει τα παραπάνω; Από πού πηγάζουν η αυτοαπορρόφηση και ο ναρκισσισμός της; Η έλλειψη συνείδησης ότι όχι μόνο δεν προβάλλει, αλλά ακυρώνει μεμιάς τον σκοπό με τον οποίο συστρατεύεται; Πώς είναι δυνατόν να μην αντιλαμβάνεται ότι απλώς διακηρύσσει τις αυτάρεσκες απαιτήσεις της, που είναι ασύμβατες με το βάθος της δυστυχίας, του πόνου, της καταστροφής που βιώνουν οι συνομήλικοί της, την ίδια στιγμή, στη Παλαιστίνη.

Η Τζοάνα καταπιάνεται με το phD της. Εχει θέμα –μεταφράζω από τη σελίδα του πανεπιστημίου– ίσως εσείς καταλάβετε: «Οι, απεριόριστης ενέργειας, φαντασιώσεις στην υπερατλαντική ρομαντική φαντασία μεταξύ 1760 και 1860». Σκοπός της είναι να γράψει «την προϊστορία της μεταβολικής ρήξης (όρος του Μαρξ λέει) για τη διάσπαση των ενεργειακών κυκλωμάτων που προκλήθηκαν με την καπιταλιστική βιομηχανοποίηση». Αναλογιστείτε ότι κάποιος χρηματοδοτεί το πόνημα. Το ποσό των 95.000 δολαρίων –συνυπολογίζω δωμάτιο και διατροφή– ετησίως κάνει την Τζοάνα να αισθάνεται περισσότερο καταναλώτρια παρά φοιτήτρια.

Σκοπός των ομιλιών είναι να προκαλούν. Σκοπός μιας συζήτησης είναι να διαλύσεις το επιχείρημα του συνομιλητή, αλλά ποτέ τον συνομιλητή.

Αντιλαμβάνομαι, στην προσπάθεια να καταλάβω, ότι οι φοιτητές στην Αμερική είναι αγχωμένοι, όπως έγραψε ο Αλέξης Παπαχελάς (την προηγούμενη Κυριακή), και τα αίτια είναι βαθύτερα: το αμερικανικό όνειρο είναι αλλοτινό, το πανεπιστημιακό δίπλωμα ακριβό και το προεδρικό μενού άνοστο. Σωστά, είναι αδιέξοδο. Καλούνται, στις επερχόμενες εκλογές, να επιλέξουν μεταξύ ενός ηλικιωμένου υποψηφίου (81) και ενός άλλου ηλικιωμένου (77) –σε πορτοκαλί χρώμα– που έχει το επιπλέον μειονέκτημα να είναι διαταραγμένος. Αλλά και η διαχείριση προσδοκιών είναι και αυτή μια μορφή ενηλικίωσης. Συχνά οι προσδοκίες αναπτύσσονται ταχύτερα από την πραγματικότητα. Και η νοσταλγία εξιδανικεύει. Το αμερικανικό όνειρο ήταν, φαντάζομαι ότι παραμένει, πάντα δύσκολο. Επιπλέον, υπάρχουν κάποια διπλώματα, όπως της Ivy League κοινότητας, που κάνουν απόσβεση άγχους και κόστους. Οι κάτοχοί τους εξασφαλίζονται άπαξ με απασχόληση.

Το πανό στην είσοδο του UCL γράφει: «Φοιτητές: είστε χρεωμένοι γιατί το UCL χρηματοδοτεί μια γενοκτονία» Ηταν ζήτημα μιας εβδομάδας να εξαχθούν οι διαδηλώσεις στα βρετανικά πανεπιστήμια του Λονδίνου, της Οξφόρδης και του Κέμπριτζ με τους αύλειους χώρους να θυμίζουν το φεστιβάλ μουσικής του Γκλαστονμπέρι. Η αμερικανική Ivy League συντάχθηκε με το βρετανικό Russel Group.

Τι κοινό έχουν όλα αυτά τα πανεπιστήμια μεταξύ τους; Είναι ελίτ κοιτίδες εξαιρετικής μάθησης. Διαθέτουν επίσης συντονισμένους, δυναμικούς φοιτητές, που οργανώνουν ακόμη και τις διαδηλώσεις με κοινοτικές οδηγίες: «Σεβαστείτε τα προσωπικά όρια – στενός χώρος δεν αποτελεί πρόφαση για να ξεπεραστούν τα όρια χωρίς συγκατάθεση». Σωστά. Γιατί δεν είμαστε στο 1968 να ακουμπάει ο καθένας όπου θέλει. Εχουν και κάτι άλλο κοινό: ασυντόνιστη, μαλθακή διοίκηση.

Βρίσκονται αντιμέτωποι με φοβισμένους φοιτητές της εβραϊκής κοινότητας από τη μία πλευρά και με θυμωμένους φοιτητές από την άλλη. Αύριο θα έχουν να αντιμετωπίσουν άλλα γκρουπ διαφωνούντων, ενδεδυμένα με άλλες αμφιέσεις. Οι επικεφαλής είναι σαν γονείς που δεν γνωρίζουν τους κανόνες. Ενας γονιός επιβάλλεται, όλοι το ξέρουμε, με διάδραση, σαφήνεια, συνέπεια ως προς τις οδηγίες, δίνοντας το παράδειγμα.

Η πανεπιστημιακή διοίκηση κατήργησε –τουλάχιστον δέκα χρόνια– τη συζήτηση, την ελευθερία της έκφρασης. Τα τελευταία χρόνια, τα πανεπιστήμια προσκαλούν ομιλητές για να τους «ξεκαλέσουν» λίγο αργότερα, επειδή οι «απαράδεκτες» απόψεις τους πρέπει να αποσιωπηθούν για να μην προσβληθεί κάποιος. To 2023 υπήρξε η χρονιά με τις περισσότερες ακυρώσεις προγραμματισμένων ομιλιών στις ΗΠΑ και οι περισσότερες είχαν θέμα τη Μέση Ανατολή. Ηταν επίσης η χρονιά με 70 απόπειρες να «τιμωρηθεί» ο ομιλητής για τις απόψεις του.

Οταν ο κίνδυνος της «προσβολής» έκανε την εμφάνισή του, εξαφάνισε τις αμφιλεγόμενες απόψεις, τη ρωμαλέα θέση ή την παλιομοδίτικη γνώμη. Μαζί εξουδετερώθηκε και η δυνατότητα να ακούμε για να διαμορφώσουμε άποψη. Για να συμφωνήσουμε, να διαφωνήσουμε, να συμφιλιωθούμε. Σκοπός των ομιλιών είναι να προκαλούν. Σκοπός μιας συζήτησης είναι να διαλύσεις το επιχείρημα του συνομιλητή, αλλά ποτέ τον συνομιλητή.

Αν θεσμικά ακυρώνεις την πρόκληση, παραδίδεται η σκηνή στους influencers και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στο forum όπου πρόσωπα και απόψεις ανθούν ή πεθαίνουν με τραχύτητα, ταχύτητα, αγαρμποσύνη και περιφρόνηση.

(*) Η κ. Ελεάννα Βλαστού είναι συγγραφέας και ζει ατο Λονδίνο.

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
* Τα άρθρα δεν απηχούν απαραίτητα τη γνώμη του notospress.gr