Γράφει η Ελεάννα Βλαστού* / kathimerini.gr

Το πολύ σύντομο κείμενο του Στέφαν Τσβάιχ «Η ομογενοποίηση του κόσμου», γραμμένο το 1925 (εκδ. Αγρα), ξεκινάει λέγοντας –ακριβώς ό,τι και ο τίτλος του– «ο κόσμος γίνεται ολοένα και πιο ομοιογενής». «Ολα γίνονται ομοιόμορφα στις εξωτερικές εκφάνσεις της ζωής, όλα επιπεδοποιούνται σ’ ένα ομοιογενές πολιτιστικό σχήμα. Τα ιδιαίτερα έθιμα των λαών απαλείφονται, το ντύσιμο εξομοιώνεται, τα ήθη διεθνοποιούνται. Οι χώρες φαντάζουν όμοιες μεταξύ τους, η ζωή και η δράση των ανθρώπων είναι ενταγμένες στο ίδιο πλαίσιο, οι πόλεις τους όλο και πιο ίδιες στα εξωτερικά τους γνωρίσματα και οι συνέπειες είναι η εξαφάνιση κάθε ατομικότητας προς όφελος της τυποποίησης».

H εγκυρότητα της κρίσης του συγγραφέα, που γνωμάτευσε έναν αιώνα πριν, μου ήρθε στο μυαλό στη διαμονή μου στην Αθήνα. Μια παραμονή που περιλαμβάνει πάντα το κέντρο, το τουριστικό κέντρο, με τους ελάχιστους γείτονες και τη μόνιμη πολυπληθή παρέα. Ενα είδος συμβίωσης με τα ηχεία πλανόδιων μουσικών, με τις ορδές τουριστών και τη δυνατή φωνή των ομαδαρχών τους. Εχω συμμετάσχει ακουσίως σε δεκάδες ξεναγήσεις και έχω επιλέξει την καλύτερη βερσιόν της «καμαρούλας μια σταλιά» αφού έχω μετρήσει το άκουσμα είκοσι οκτώ (συνεχόμενων) εκδοχών. Μια συνύπαρξη που απαιτεί θωράκιση, υπομονή και χρήση ωτοασπίδων.

Κοιτώ έξω από το παράθυρο και, πλέον, όλες οι εποχές του χρόνου αποπνέουν τη θερινή «καταστρώματος πλοίου» αίσθηση –ενός πλοίου που κάνει τον γύρο όλων των νησιών– κατάμεστου από τον κόσμο του Δεκαπενταύγουστου. Το θέαμα είναι πάντα το ίδιο το πρωί – τώρα και το βράδυ. Ενα ανθρώπινο σμήνος στην προσπάθειά του να διευρύνει τους ορίζοντές του, θα έλεγε κάποιος σε μια πρώτη γρήγορη ματιά.

Είναι όμως ανακριβές. Πρόκειται για ένα σμήνος με γκρουπαρισμένα βλέμματα, που προσπαθούν να τα ακολουθήσουν τα ασυντόνιστα από τη ζέστη και τη σκόνη σώματα. Κοιτούν εξαντλημένα όπου δείχνει ο ξεναγός. Κοιτούν συλλογικά, κινούνται ομαδικά, γευματίζουν τακτοποιημένα. Οπου τους υποδείξουν, με εισηγήσεις και καθοδήγηση. Αποφεύγουν ό,τι θέλουν να διαφύγουν όσοι κάνουν τις υποδείξεις και αποδέχονται εισηγήσεις. Οριοθετημένα. Κι όλα αυτά τη δραστήρια εποχή της άπειρης πρόσβασης σε πληροφορίες. Ακολουθούν ένα σφιχτό χρονοδιάγραμμα περιήγησης ιστορικών μνημείων και τουριστικών πόλων που τους επισημαίνει και τους θυμίζει πού βρίσκονται. Βρίσκονται σίγουρα στην Αθήνα. Τι αντιλαμβάνονται, όμως, από μια πόλη που της γυρνούν την πλάτη;

Αυτά έχει ο τουρισμός, θα μου πείτε, έχει γίνει ευκολότερος, φθηνότερος, προσβάσιμος. Πράγματι, έχει φύγει από τις μεγάλες οικονομικές δυνατότητες του στενού κύκλου της «τάξης αναψυχής». Μια τάξη αναψυχής που τη σκιαγραφεί καταπληκτικά η Πατρίσια Χάισμιθ στο βιβλίο (και ταινία) «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ». Ξεφεύγω, αλλά θυμηθείτε τον νεαρό Αμερικανό που –τον υποδύεται άψογα ο Τζουντ Λο– βρίσκεται σε εκτενείς διακοπές στην Ιταλία. Ο πρωταγωνιστής διαθέτει χρήματα, αλλά κυρίως διαθέτει χρόνο. Ανευ επαγγέλματος, με εισόδημα, εκμεταλλεύεται τη διαμονή με ό,τι καλύτερο: κάνοντας ηλιοθεραπεία, τελειοποιώντας την τέχνη παραγωγής ενός καλού μαρτίνι, ακούγοντας τζαζ.

Ο τουρισμός έχει αφήσει πίσω του ακόμη και τη σοβαρότερη, εκπαιδευτικότερη, προσέγγιση του προηγούμενου αιώνα. Εχει αντικαταστήσει τη βραδυφλεγή διανοητική απόλαυση με σβέλτες πολιτιστικές απολαύσεις σε αραιωμένη μορφή. Εχει αντικατασταθεί ο ενεργός περιηγητής που ψάχνει εμπειρία, περιπέτεια, ανθρώπους, και έχει επινοηθεί κάτι νέο, ο παθητικός τουρίστας, που προσδοκά κάτι θετικά αναπάντεχο να του συμβεί σε μια προκατασκευασμένη εμπειρία. Και έτσι, η εμπειρία έχει μετατραπεί σε εμπόρευμα για τυποποιημένους καταναλωτές, που στρατολογούνται για να εκδράμουν χωρίς τον κόπο ελάχιστης πνευματικής επιστράτευσης για να δουν.

Τα επιτυχημένα ταξίδια είναι κάπως σαν τους έρωτες. Εύστοχα είναι όσα μας κάνουν να προσδοκούμε. Για την ανάμνηση της στιγμιαίας αίσθησης της πληρότητας που θα μας πάει παρακάτω, στο επόμενο ταξίδι.

Η Βενετία εισήγαγε φόρο σε όσους την επισκέπτονται. Δεν αναχαίτισε ούτε κατά το ελάχιστο τον αριθμό των καθημερινών εκδρομέων. Ακριβώς γι’ αυτό πιστεύω ότι το αντίτιμο είναι ευκταίο. Για τις πόλεις σημαντικό, αλλά και για την ψυχολογία των τουριστών σημαντικότερο. Ο φόρος ως παρότρυνση να νιώσουν την πόλη άφοβα ως κατάληψη. Η πόλη δεν χρειάζεται ομαδάρχη.

Είναι φτιαγμένη με δυσδιάκριτα σύνορα, ασαφή ήθη, αδιόρατες πόρτες και ξεδιαλέγει πού πάει ποιος. Ο καθένας επιλέγει τις διαδρομές του. Υπάρχει χώρος για όλους. Ο χώρος γίνεται τόπος μονάχα μέσω της κίνησης, με επένδυση στο περπάτημα ό,τι βλέπουμε αποκτάει νόημα. «Ο χώρος είναι μια αμφιβολία», γράφει ο Ζορζ Περέκ, «καλούμαι αδιάλειπτα να τον σημαδεύω, να τον σχεδιάζω. Δεν είναι δικός μου, δεν μου έχει δοθεί. Πρέπει να τον κατακτήσω».

Αποφεύγω να ρωτήσω αυτό που, τελευταία, διερωτόμαστε, αν αξίζει στην πόλη –και στο περιβάλλον– να απορροφάει τόσους κραδασμούς –ενίοτε κακοποίηση– για το σμήνος που δεν αφομοιώνει. Εχω σκέψεις για τη δική μας διαδρομή. «Ας διαφοροποιηθούμε εσωτερικά, όχι εξωτερικά», προτείνει ο Τσβάιχ. Οι περιπλανήσεις μας μετατοπίζουν –με τη φυσική μας παρουσία– αλλά το γνωρίζουμε, τα επιτυχημένα ταξίδια είναι όσα πραγματώνουν εσωτερική μεταστροφή. Οταν το εσωτερικό σύστημα πλοήγησης τίθεται σε λειτουργία για να καταρρίψει πολιτισμικά οικοδομήματα και να αποκαταστήσει τις ιδέες από προηγούμενες αφηγήσεις, αντιλήψεις, προκαταλήψεις. Αποτελεσματικές είναι όσες αποστάσεις αφήνουν περιθώριο στις δικές μας αναγωγές, στο γλίστρημα δικών μας μονοπατιών, στην παρατήρηση και στην εξαγωγή προσωπικών, έστω και άστοχων ή σκόρπιων, απολήξεων.

Τα επιτυχημένα ταξίδια είναι κάπως σαν τους έρωτες. Εύστοχα είναι όσα μας κάνουν να προσδοκούμε, όσα αφήνουν περιθώριο να ξεχάσουμε και να χάσουμε, να επαναπροσδιορίσουμε και να επανεφεύρουμε, να βρούμε τους εαυτούς μας, έστω παρωδικά. Για την ανάμνηση της στιγμιαίας αίσθησης της πληρότητας που θα μας πάει παρακάτω, στο επόμενο ταξίδι.

(*) Η κ. Ελεάννα Βλαστού είναι συγγραφέας και ζει στο Λονδίνο.

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
* Τα άρθρα δεν απηχούν απαραίτητα τη γνώμη του notospress.gr