Γράφει ο Χρήστος Ηλ. Τσίχλης*

Τα εκλογικά συστήματα στην Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση (1974), χαρακτηρίζονται από συχνές αλλαγές, στοχεύοντας συνήθως στην εξισορρόπηση μεταξύ κυβερνησιμότητας και αναλογικότητας. Κυριαρχούν τα ενισχυμένα αναλογικά συστήματα, τα οποία παρέχουν «μπόνους» εδρών στο πρώτο κόμμα για τη διασφάλιση αυτοδυναμίας και την αποτροπή ακυβερνησίας, με τάσεις ωστόσο προς την απλή αναλογική σε ορισμένες περιόδους. Για την είσοδο στη Βουλή, απαιτείται ένα κόμμα να συγκεντρώσει τουλάχιστον 3% των έγκυρων ψήφων. Το γεγονός ότι δεν καθορίζεται στο ελληνικό Σύνταγμα, η μορφή που θα έχει το ισχύον κάθε φορά εκλογικό σύστημα, αλλά αναγνωρίζεται στο κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να το προσδιορίσει ( με εκλογικό νόμο), καθιστά το ρόλο της δικαστικής εξουσίας καταλυτικό για τη νομιμοποίηση και αποδοχή του.

Απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων των βουλευτών, ώστε να ισχύουν άμεσα οι ρυθμίσεις περί εκλογικού συστήματος, από τις ερχόμενες εθνικές εκλογές. Κατά την περίοδο των Μνημονίων, παρατηρήθηκε έντονη απαξίωση του πολιτικού συστήματος, αλλά και αδιαφορία για τις εκλογές, που εκφράστηκε και μέσω των μεγάλων ποσοστών αποχής, κατά την εκλογική διαδικασία. Στις εθνικές εκλογές του 2023, ψήφισαν για πρώτη φορά περίπου 18 χιλιάδες Έλληνες ομογενείς, σε φυσικά εκλογικά τμήματα που συστάθηκαν ανά τον κόσμο, σύμφωνα με τους περιορισμούς που έθετε ο νόμος 4648/2019. Οι Έλληνες του εξωτερικού θα έχουν τη δυνατότητα να ψηφίσουν στις επόμενες εθνικές εκλογές με επιστολική ψήφο, καθώς οι σχετικές διατάξεις του νομοσχεδίου του υπουργείου Εσωτερικών συγκέντρωσαν πάνω από 200 ψήφους στην ψηφοφορία που διεξήχθη πρόσφατα στη βουλή. Στις αρχές Μαρτίου 2026, ψηφίστηκε νομοσχέδιο (με 201 «ναι») που καθιερώνει την επιστολική ψήφο για τους Έλληνες εκλογείς εκτός επικράτειας στις γενικές βουλευτικές εκλογές.

Το Υπουργείο Εσωτερικών προγραμματίζει την εισαγωγή ηλεκτρονικής ψηφοφορίας (με χρήση tablet αντί για ψηφοδέλτιο εντός του εκλογικού τμήματος) για τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2028. Η ηλεκτρονική ψηφοφορία μέσω διαδικτύου με χρήση των προσωπικών κωδικών taxisnet, Δεν έχει θεσμοθετηθεί για τις εκλογές έως τώρα, καθώς η διασφάλιση του αδιάβλητου των εκλογών αποτελεί θεμελιώδη αρχή της δημοκρατικής διαδικασίας, εξασφαλίζοντας ότι το αποτέλεσμα αντικατοπτρίζει την πραγματική βούληση των πολιτών. Η επιστολική ψήφος και η ηλεκτρονική ψήφος, αυξάνουν την συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία και αποδεδειγμένα καταπολεμούν την αποχή, με την επιφύλαξη – εξαίρεση ότι ανήμποροι συνάνθρωποι μας ή ανίκανοι προς δικαιοπραξία, πολλές φορές «επηρεάζονται» από το οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον και έτσι δεν αποτυπώνεται η πραγματική προσωπική τους βούληση. Εκλογικοί νόμοι στην Ελλάδα:

Από το 1974 έως το 2004 όλοι οι εκλογικοί νόμοι ακολουθούσαν τη δομή της ενισχυμένης αναλογικής που είχε καθιερωθεί το 1958. Οι εκλογές του 1974 διεξήχθησαν βάσει του Π.Δ. 650/1974. Το σύστημα αυτό, ενισχυμένης αναλογικής, σχεδιάστηκε για να εξασφαλίσει κυβερνητική σταθερότητα μετά την πτώση της δικτατορίας, ευνοώντας το πρώτο κόμμα. Οι εκλογές του 1977 διεξήχθησαν με το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής του Ν. 626/1977 που είχε ψηφίσει η Βουλή λίγο πριν τις εκλογές. Ο εκλογικός νόμος με τον οποίο διεξήχθησαν οι βουλευτικές εκλογές της 18ης Οκτωβρίου 1981 στην Ελλάδα ήταν ο ίδιος νόμος, δηλαδή ο Νόμος 626/1977 (όπως τροποποιήθηκε), ο οποίος καθιέρωνε ένα σύστημα ενισχυμένης αναλογικής και ευνοούσε την αυτοδυναμία του πρώτου κόμματος.

Η ψηφοφορία διεξήχθη με λίστα (συνδυασμούς), όπου οι ψηφοφόροι επέλεγαν κόμμα και υποψηφίους. Ο νόμος 1847/1989, γνωστός και ως νόμος Κουτσόγιωργα (αν και οι υπογραφές στο σχετικό ΦΕΚ ανήκουν στον Αναστάση Πεπονή και στον Άκη Τσοχατζόπουλο), ήταν πολύ κοντά στην «ανόθευτη» απλή αναλογική που στέρησε την αυτοδυναμία από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και τη Νέα Δημοκρατία και έσυρε τη χώρα σε τρεις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις (Ιούνιος, Νοέμβριος 1989 και Απρίλιος 1990) ώσπου να επιτευχθεί οριακή αυτοδυναμία. Η κυβέρνηση παρά την σημαντική πλειοψηφία στο εκλογικό σώμα δεν κατόρθωσε να αποσπάσει απόλυτη πλειοψηφία στη βουλή με 150 έδρες. Τρεις μέρες μετά τις εκλογές, ο εκλεγείς με τη ΔΗΑΝΑ του Κωστή Στεφανόπουλου βουλευτής Αττικής Θεόδωρος Κατσίκης, δηλώνει ότι θα στηρίξει με την ψήφο του την κυβέρνηση της ΝΔ και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ορκίζεται πρωθυπουργός.

Αργότερα ο Θεόδωρος Κατσίκης, προσχώρησε στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Οι πρώτες εκλογές του Ιουνίου του 89 έλαβαν χώρα από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου και στην πρώτη θέση ήρθε το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας- με το υψηλό ποσοστό του 44,28%- αλλά χωρίς αυτοδυναμία. Όπως εκτιμούσε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, στις εκλογές του Ιουνίου 1989, αν ίσχυε ο προηγούμενος νόμος, τότε η Νέα Δημοκρατία θα κέρδιζε 164 έδρες – αλλά κέρδισε μόνον 145, λόγω του εκλογικού συστήματος της απλής αναλογικής. Οι δεύτερες βουλευτικές εκλογές του 1989, έγιναν στις 5 Νοεμβρίου και διεξήχθησαν από υπηρεσιακή κυβέρνηση υπό τον τότε πρόεδρο του Αρείου Πάγου Ιωάννη Γρίβα και έφεραν στην πρώτη θέση το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας υπό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, αλλά και πάλι χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Η Νέα Δημοκρατία αύξησε το ποσοστό της, σε 46,19%, από το 44,28% που είχε λάβει τον Ιούνιο, χωρίς όμως και πάλι να μπορέσει να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, καθώς έλαβε 148 έδρες. Έτσι έγιναν ξανά εκλογές, στις 8 Απριλίου του 1990, που έδωσαν την αυτοδυναμία στην Νέα Δημοκρατία. Οι εκλογές προκλήθηκαν από την αδυναμία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, και σύμφωνα με το Σύνταγμα ,έπειτα από 3 ψηφοφορίες έπρεπε να διαλυθεί η Βουλή και να προκηρυχθούν εκλογές.

Πρώτο κόμμα ήλθε η Νέα Δημοκρατία με 46,89% και 150 έδρες, δεύτερο κόμμα το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα με 38,61% και 123 έδρες, τρίτο κόμμα ο Συνασπισμός της αριστεράς με 10,28% και 19 έδρες. Μέχρι τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης, το ζήτημα που ετέθη, ήταν ότι χωρίς σχηματισμό κυβέρνησης και με τη διάλυση της Βουλής ,υπήρχε ο κίνδυνος παραγραφής των σκανδάλων. Ξεκίνησαν διαβουλεύσεις ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα, με στόχο το σχηματισμό κυβέρνησης ειδικού σκοπού, ώστε να αντιμετωπιστεί αυτό το ζήτημα. Τελικά συγκροτήθηκε η κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Τζαννή Τζαννετάκη, στέλεχος της ΝΔ, που ορκίστηκε στις 2 Ιούλη του 1989, η οποία κυβέρνησε για ένα τρίμηνο. Την κυβέρνηση στήριξε η ΝΔ και ο Συνασπισμός της αριστεράς.

Μετά το πέρας των προγραμματικών δηλώσεων, η κυβέρνηση Τζανή Τζανετάκη, στις 9 Ιουλίου 1989 λαμβάνει ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή με 174 ψήφους υπέρ και 125 κατά. Υπέρ της κυβέρνησης ψήφισαν οι 145 βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, 27 του Συνασπισμού της αριστεράς και της προόδου, ο βουλευτής της ΔΗΑΝΑ, Κωστής Στεφανόπουλος , και ο μουσουλμάνος βουλευτής του κόμματος Εμπιστοσύνη Αχμέτ Σαδίκ. Τον Αύγουστο του 1989 η κυβέρνηση Τζαννετάκη με τη συμπλήρωση 40 χρόνων από το τέλος του εμφυλίου πολέμου, αποφάσισε να καταστρέψει στις 29 Αυγούστου, στις υψικάμινους της Χαλυβουργικής στον Ασπρόπυργο, 17.500.000 αστυνομικούς φακέλους πολιτικών φρονημάτων πολιτών. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1989, η Βουλή παρέπεμψε τον Ανδρέα Παπανδρέου στο ειδικό δικαστήριο, για ηθική αυτουργία κατ΄ εξακολούθηση στο σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών (ή «σκάνδαλο Τόμπρα»), ενώ στις 27 Σεπτεμβρίου, παραπέμφθηκε και για το σκάνδαλο Κοσκωτά (κατηγορούμενος για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε απιστία και το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας) μαζί με τους υπουργούς του, Κουτσόγιωργα, Πέτσο, Ρουμελιώτη και Δημήτρη Τσοβόλα.

Ολοκληρώνοντας το έργο της, η κυβέρνηση Τζανή Τζανετάκη, παραιτήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 1989, προκειμένου να διοριστεί υπηρεσιακή κυβέρνηση, με σκοπό την διενέργεια εκλογών. . Στις νέες εκλογές, δεν προέκυψε αυτοδυναμία του πρώτου κόμματος. Τα τρία κόμματα (ΠAΣΟΚ, Ν∆, Συνασπισµός της αριστεράς) συμφώνησαν να σχηματίσουν «οικουμενική κυβέρνηση», µε πολιτικούς και πρωθυπουργό τον Ξενοφώντα Ζολώτα, να κυβερνήσει ως τον Ιανουάριο, να ξεκινήσουν οι, προφανώς άγονες, ψηφοφορίες για τον Πρόεδρο της Δηµοκρατίας και αμέσως μετά να διαλυθεί η Βουλή, να προκηρυχθούν εκλογές. Η οικουμενική κυβέρνηση Ξενοφώντα Ζολώτα 1989 (23 Νοεμβρίου 1989 – 11 Απριλίου 1990) σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1989 που διοργάνωσε η Υπηρεσιακή κυβέρνηση Ιωάννη Γρίβα, όταν το πολιτικό σκηνικό οδηγήθηκε προσωρινά σε αδιέξοδο ,λόγω της αδυναμίας σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης από ένα μόνο κόμμα. Κατόπιν συμφωνίας των τριών εκλογικών σχηματισμών, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου (ΚΚΕ και ΕΑΡ), σχηματίστηκε οικουμενική κυβέρνηση υπό τον διαπρεπή ακαδημαϊκό και οικονομολόγο Ξενοφώντα Ζολώτα.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο νόμος «Κουτσόγιωργα», είχε σχεδιαστεί με το σκεπτικό ότι η Αριστερά θα συμμαχεί πάντοτε με το ΠΑΣΟΚ, ως εκ τούτου οι πιθανότητες επανόδου της Νέας Δημοκρατίας στην εξουσία ,θα εκμηδενίζονταν και η «κάθαρση» που επίμονα ζητούσε η Ν.Δ. («ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής», κατά το ΠΑΣΟΚ) θα ακυρωνόταν. Μόνο που η δημοσίευση του σκανδάλου Κοσκωτά είχε πλέον καταστήσει την κάθαρση αίτημα ευρύτερο, που είχε ενστερνιστεί και η Αριστερά, με αποτέλεσμα οι συνθήκες να μην επιτρέπουν οποιαδήποτε συνεργασία της Αριστεράς με το ΠΑΣΟΚ, αλλά αντιθέτως να ευνοούν έναν πρωτοφανή ιστορικό συμβιβασμό, που οδήγησε στην κυβέρνηση Τζαννή Τζαννετάκη με τη στήριξη της Ν.Δ. και του ενιαίου Συνασπισμού της Αριστεράς. Το δίδαγμα ,είναι ότι τα πειράματα «γενετικής μηχανικής» με τον εκλογικό νόμο δεν οδηγούν σε εξασφαλισμένο αποτέλεσμα, καθώς η πολιτική φύση αντιδρά στις απόπειρες χειραγώγησής της και στην πολιτική «κάθε μέρα είναι χρόνος».

Μόλις ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κατόρθωσε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, άλλαξε τον εκλογικό νόμο επαναφέροντας την ενισχυμένη αναλογική. Η απλή αναλογική έχει συνδεθεί με τις χειρότερες περιόδους αστάθειας, από τις οποίες εκείνη του 1989 ήταν μάλλον η ηπιότερη. Θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά το 1926, με αποτέλεσμα έως το 1928, που καταργήθηκε, να αλλάζουν οι κυβερνήσεις κάθε πέντε μήνες. Επανήλθε το 1932 προκαλώντας ακυβερνησία, κατακερματισμό των πολιτικών δυνάμεων και κόπωση σε τέτοιο βαθμό, ώστε το 1936 οι βουλευτές ανέθεσαν τη διακυβέρνηση στον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος λίγους μήνες μετά επέβαλε δικτατορία. Η απλή αναλογική επέστρεψε το 1946, με αποτέλεσμα έως το 1950 να ορκιστούν δέκα κυβερνήσεις, προτού επιστρέψει η ενισχυμένη αναλογική, το 1951. Σκοπός των εκλογικών συστημάτων εθνικών εκλογών, είναι η συγκρότηση μίας ισχυρής κυβέρνησης, προς όφελος της χώρας μας και των πολιτών της.

Πολλοί θεωρούν ότι το σύστημα της απλής αναλογικής, δεν είναι το δικαιότερο σύστημα, καθώς επιφέρει κυβερνητική αστάθεια σε εποχή κρίσης, υπάρχει «συναλλαγή» για την κάλυψη θέσεων υπουργικού συμβουλίου και όχι αξιολόγηση ικανών ανθρώπων, εξαναγκάζει πολιτικούς σχηματισμούς διαφορετικών ιδεολογικών τάσεων να έρθουν σε συνεννόηση με συνέπεια μειωμένες προσδοκίες – ελάχιστες ουσιαστικές αποφάσεις και υφίσταται πρόβλημα λειτουργίας της κυβέρνησης («Όπου λαλούν πολλά κοκόρια αργεί να ξημερώσει»). Άρα, δεν πρόκειται για μία στιβαρή διακυβέρνηση, αλλά μία κυβέρνηση ως αποτέλεσμα συναλλαγής και συμβιβασμού «για τις καρέκλες».

– Ο «Νόμος Σκανδαλίδη» του 2004, νόμος 3231/2004, προέβλεπε ότι η αυτοδυναμία του 1ου κόμματος εξασφαλίζεται με το πριμ των 40 εδρών, δηλαδή όποιο κόμμα προηγείται, έστω και με μια ψήφο διαφορά, κερδίζει 40 έδρες παραπάνω από το δεύτερο κόμμα.

– Ο εκλογικός «Νόμος Παυλόπουλου» (ν. 3636/2008), εισήγαγε σημαντικές αλλαγές στο ελληνικό εκλογικό σύστημα. Η πιο σημαντική τροποποίηση, ήταν η αύξηση της πριμοδότησης του πρώτου κόμματος από 40 σε 50 έδρες, ενισχύοντας τη δυνατότητα σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης.

– Ο Νόμος 4406/2016 (άρθρο 2) «Κουρουμπλή, ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ», κατάργησε την παραπάνω πριμοδότηση του πρώτου κόμματος και εισήγαγε την ισότιμη μεταχείριση, από την άποψη της κατανομής εδρών σ’ εκείνα, για όλα τα κόμματα που υπερβαίνουν το «εκλογικό κατώφλι» του 3% των ψήφων πανελλαδικά. Ακολούθησε η ψήφιση, τον Ιανουάριο του 2020, του νόμου 4654/2020, ο οποίος επανέφερε (άρθρο 1) τη πριμοδότηση του πρώτου κόμματος, αν και με διαφοροποιήσεις σε σχέση με τα ισχύοντα ως το 2019 (εάν το πρώτο κόμμα έχει λάβει λιγότερο από το ένα τέταρτο του συνόλου των έγκυρων ψήφων δεν πριμοδοτείται, αν έχει λάβει τα δύο πέμπτα ή περισσότερο του ίδιου συνόλου ενισχύεται με 50 επιπλέον έδρες, ενώ μεταξύ του 25% και του 40% των ψήφων λαμβάνει αρχικά 20 περισσότερες έδρες και κατόπιν κλιμακωτά μία επιπλέον έδρα για κάθε μισή ποσοστιαία μονάδα ψήφων).

Από το 1822 ως το 1964 θεσπίστηκαν τουλάχιστον 25 νομοθετήματα σχετικά με το εκλογικό σύστημα και εφαρμόστηκαν στην πράξη όλων των ειδών τα συστήματα, πλειοψηφικά, αναλογικά και μικτά, ενίοτε με εξαμβλωματικές συνέπειες, όπως η μετατροπή της εκλογικής μειοψηφίας σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία το 1933 και το 1956 ή η παραλίγο πλήρης εξαφάνιση της αντιπολίτευσης από το κοινοβούλιο το 1928, το 1935 και το 1952, ενώ επανειλημμένα ήταν και τα κρούσματα βίας και νοθείας καθώς και οι περιπτώσεις αποχής ολόκληρων παρατάξεων από τις εκλογές σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Η απλή αναλογική αποτελεί το δικαιότερο εκλογικό σύστημα, αλλά στην χώρα μας έχει συνδεθεί ιστορικά και όχι άδικα με την ακυβερνησία και την έλλειψη σταθερότητας. Στην Ελλάδα, ο συμβιβασμός είναι συνώνυμος με την παραχώρηση, την υποχώρηση, με την ήττα. Αν περάσουμε από τις ανθρώπινες σχέσεις ή τις εμπορικές συναλλαγές στη διαχείριση των διεθνών σχέσεων, φθάνουμε και σε κατηγορίες περί εθνικής μειοδοσίας και προδοσίας.

Ο συμβιβασμός δεν ερμηνεύεται ως μια συνεννόηση, αλλά ως πλήρης προσχώρηση στη θέση του άλλου, ακόμη και όταν τα στοιχεία δεν συνηγορούν σε αυτή την αποτίμηση.

Στην Ελλάδα αποτελεί σύνηθες φαινόμενο να αλληλοκατηγορούνται οι πολιτικοί ότι τα έδωσαν όλα στην άλλη πλευρά, ότι θα λογοδοτήσουν επειδή δέχθηκαν κάποια πράγματα για να κλείσει μια συμφωνία. Η πολιτική εκ των πραγμάτων, εμπεριέχει πέραν του ανταγωνισμού, πρωτίστως την διαχείριση συμφερόντων. Ο πολιτικός οφείλει πριν και πάνω από όλα να υπηρετεί την πολιτική έχοντας ως γνώμονα ότι ο ίδιος κυρίως εξυπηρετεί το συμφέρον του συνόλου και όχι των ομάδων πίεσης ή συμφερόντων, μικρών ή μεγάλων.

(*) Δικηγόρος Αθηνών - Συνταγματολόγος

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
* Τα άρθρα δεν απηχούν απαραίτητα τη γνώμη του notospress.gr