Γράφει ο Χρήστος Ηλ. Τσίχλης*

Το Ισραήλ θεωρείται ο κύριος εχθρός του Ιράν από το 1979. Η Τεχεράνη αρνείται να αναγνωρίσει το κράτος του Ισραήλ, χαρακτηρίζοντάς το «σιωνιστικό καθεστώς» και μεγάλη απειλή. Η αντιπαλότητα εκφράζεται μέσω «πολέμου δι’ αντιπροσώπων» (proxy war), με το Ιράν να στηρίζει ομάδες όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς. Η σύγκρουση διεξάγεται κυρίως μέσω cyberattacks, δολιοφθορών και της υποστήριξης ενόπλων οργανώσεων από το Ιράν, παρά μέσω άμεσης κήρυξης πολέμου.

Αν και το Ισραήλ αποτελεί τον κύριο ιδεολογικό εχθρό, το Ιράν αντιμετωπίζει επίσης τις ΗΠΑ ως βασικό αντίπαλο στην περιοχή. Οι σχέσεις μεταξύ Ιράν και Ισραήλ χαρακτηρίζονται από έντονη εχθρότητα εδώ και σχεδόν μισό αιώνα. Η Τεχεράνη αμφισβητεί τη νομιμότητα του Ισραήλ και χρησιμοποιεί συχνά ρητορική που φτάνει μέχρι την απειλή της «εξαφάνισης του Ισραήλ από το χάρτη», ενώ το Τελ Αβίβ θεωρεί το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα ως υπαρξιακή απειλή και το Ιράν ως τον υπ’ αριθμόν ένα εχθρό του. Ιστορικά, οι σχέσεις των δύο χωρών δεν ήταν εχθρικές. Μετά την ίδρυση του Ισραήλ το 1948, το Ιράν, υπό την ηγεσία του Σάχη, ήταν από τις πρώτες μουσουλμανικές χώρες που αναγνώρισαν το νέο κράτος. Η συνεργασία τους βασίστηκε σε κοινά γεωπολιτικά συμφέροντα, κυρίως την αντίθεση προς τα αραβικά κράτη της Μέσης Ανατολής.

Η Ισλαμική Επανάσταση του 1979 αποτέλεσε καθοριστικό σημείο. Με την άνοδο του Αγιατολάχ Χομεϊνί στην εξουσία, το νέο ισλαμικό καθεστώς ακύρωσε όλες τις προηγούμενες συμφωνίες με το Ισραήλ, διέκοψε τις διπλωματικές και εμπορικές σχέσεις και υιοθέτησε σκληρή ρητορική κατά του Ισραήλ, ιδιαίτερα για την κατοχή παλαιστινιακών εδαφών.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σάχη Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί (έως το 1979), το Ιράν και το Ισραήλ διατηρούσαν στενές, στρατηγικές και φιλικές σχέσεις, αποτελώντας συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή. Το Ιράν ήταν μία από τις πρώτες μουσουλμανικές χώρες που αναγνώρισαν το Ισραήλ, με εκτεταμένη συνεργασία σε θέματα ασφαλείας, πληροφοριών, ενέργειας και εμπορίου.

Το Ισραήλ έβλεπε το Ιράν του Σάχη ως έναν σημαντικό «περιφερειακό εταίρο» που εξισορροπούσε την αραβική εχθρότητα, ενώ το Ιράν χρειαζόταν την τεχνογνωσία και τις διασυνδέσεις του Ισραήλ με τη Δύση. Η πτώση του Σάχη σηματοδότησε το τέλος της μοναρχίας στο Ιράν και την απαρχή μιας θεοκρατικής διακυβέρνησης που άλλαξε τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Το πυρινικό πρόγραμμα του Ιράν, περιελάμβανε αρκετές ερευνητικές εγκαταστάσεις, δύο ορυχεία ουρανίου, έναν ερευνητικό αντιδραστήρα και εγκαταστάσεις επεξεργασίας ουρανίου που περιλαμβάνουν τις τρεις γνωστές μονάδες εμπλουτισμού ουρανίου.

Οι σχέσεις Ιράν και Τουρκίας μετά το 1979, χαρακτηρίζονται από μια σύνθετη ισορροπία μεταξύ στρατηγικής συνεργασίας, κυρίως σε οικονομικά και ενεργειακά ζητήματα και γεωπολιτικής ανταγωνιστικότητας. Παρά τις διαφορές σε θρησκευτικό (Σουνίτες-Σιίτες) και πολιτικό επίπεδο, διατηρούν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας, εστιάζοντας στην περιφερειακή σταθερότητα και τη διαχείριση του κουρδικού ζητήματος. Το Σύνταγμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, που εγκρίθηκε το 1979-1980 και αναθεωρήθηκε το 1989, θεμελιώνει μια θεοκρατική δημοκρατία βασισμένη στο Ισλάμ. Το Άρθρο 111 του Συντάγματος του Ιράν ρυθμίζει τη διαδικασία διαδοχής σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης ή ανικανότητας του Ανώτατου Ηγέτη.

Προβλέπει τη σύσταση προσωρινού συμβουλίου (συνήθως 3μελούς) για την ανάληψη των καθηκόντων και δίνει εντολή στη Συνέλευση των Ειδικών (Assembly of Experts) να εκλέξει νέο ηγέτη, διασφαλίζοντας τη συνέχεια της εξουσίας. Εάν ο Ανώτατος Ηγέτης δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του (λόγω ασθένειας, ανικανότητας) ή πεθάνει, συγκροτείται ένα προσωρινό συμβουλίου που αποτελείται από τον Πρόεδρο, τον επικεφαλής της δικαστικής εξουσίας και ένα μέλος του Συμβουλίου των Φρουρών, το οποίο εγκρίνεται από το Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων.

Το προσωρινό συμβούλιο αναλαμβάνει τις επίσημες λειτουργίες του Ανώτατου Ηγέτη (εκτός από αυτές που είναι αποκλειστικά για μόνιμο ηγέτη) μέχρι την ανάδειξη νέου. Αυτό το σώμα των 88 ισλαμιστών νομομαθών είναι υπεύθυνο για την επιλογή και το διορισμό του νέου Ανώτατου Ηγέτη, καθώς και για την κήρυξη του προηγούμενου ως “ανίκανου”. Η Συνέλευση των Ειδικών πρέπει να ενεργήσει γρήγορα για να επιλέξει νέο ηγέτη, καθώς το αξίωμα δεν μπορεί να μείνει κενό.

Το άρθρο 111 είναι κρίσιμο για τη σταθερότητα του καθεστώτος, ειδικά σε περιόδους μετάβασης εξουσίας. Το Σύνταγμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, που εγκρίθηκε το 1979 και αναθεωρήθηκε το 1989, θεμελιώνει μια θεοκρατική δημοκρατία βασισμένη στις αρχές του Σιιτικού Ισλάμ και το δόγμα «βελαγιάτ-ι φακίχ» (καθοδήγηση από τον ιερωμένο). Ανώτατος Ηγέτης είναι ο θρησκευτικός ηγέτης (αντί του Προέδρου), ο οποίος ελέγχει τις ένοπλες δυνάμεις και τα βασικά όργανα εξουσίας. Ισλαμική Δημοκρατία είναι το πολίτευμα, με το Σύνταγμα να συνδυάζει δημοκρατικά στοιχεία (εκλογές) με θεοκρατικές δομές (διορισμένοι ιερωμένοι).

Ανώτατος Ηγέτης (Rahbar): Είναι ο αρχηγός του κράτους, με τεράστιες εξουσίες, διορίζοντας τον επικεφαλής του δικαστικού σώματος, τους διοικητές των Φρουρών της Επανάστασης και το ήμισυ του Συμβουλίου Κηδεμόνων. Το Συμβούλιο Κηδεμόνων είναι Σώμα 12 μελών (6 ιερωμένοι, 6 νομικοί) που ελέγχει τη συμβατότητα των νόμων με το Ισλάμ και εγκρίνει τους υποψηφίους για τις εκλογές.

Πρόεδρος είναι o επικεφαλής της κυβέρνησης, εκλεγόμενος για 4ετή θητεία, υπεύθυνος για την εκτέλεση του Συντάγματος (εκτός των θεμάτων που υπάγονται στον Ανώτατο Ηγέτη).

Το Ισλάμ είναι η επίσημη θρησκεία, και όλοι οι νόμοι πρέπει να βασίζονται στα ισλαμικά πρότυπα. Αναγνωρίζονται τρεις μειονοτικές θρησκείες: Χριστιανισμός, Ιουδαϊσμός, Ζωροαστρισμός. Το Σύνταγμα αναθεωρήθηκε μόνο μία φορά, το 1989, καταργώντας τη θέση του Πρωθυπουργού και ενισχύοντας τις εξουσίες του Ανώτατου Ηγέτη. Το σύνταγμα αυτό αντικατέστησε το σύνταγμα του 1906, σηματοδοτώντας τη ριζική στροφή μετά την Ισλαμική Επανάσταση. Το άρθρο 152 ορίζει ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας πρέπει να βασίζεται σε συγκεκριμένες αρχές:

  • Αποδοχή της αυτοτέλειας και ανεξαρτησίας της χώρας.
  • Απόρριψη κάθε μορφής υποταγής σε ξένες δυνάμεις.
  • Προστασία των δικαιωμάτων όλων των Μουσουλμάνων.
  • Καμία υποστήριξη σε ηγεμονικές υπερδυνάμεις.
  • Εξέλιξη ειρηνικών σχέσεων με μη επιθετικά κράτη.

Το άρθρο 154 διατυπώνει ότι:

Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν έχει ως ιδανικό την ευτυχία των λαών σε όλο τον κόσμο και θεωρεί πως η επίτευξη της ανεξαρτησίας, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης αποτελεί δικαίωμα όλων.

Επομένως, παρότι αποφεύγει την ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών, στηρίζει κάθε “δίκαιο αγώνα” των καταπιεσμένων κατά των καταπιεστών. Αυτή η διατύπωση χρησιμεύει ως η νομική βάση για την υποστήριξη πολιτικών και κοινωνικών κινημάτων σε διεθνές επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων των Παλαιστινίων. Αν και το Σύνταγμα δεν προδιαγράφει στρατιωτική επίθεση ως νομική υποχρέωση, οι ανώτατοι αξιωματούχοι της Τεχεράνης έχουν επανειλημμένα εκφράσει επιθετικές ρητορικές θέσεις.

Ο Πρόεδρος του Ιράν, Εμπραχίμ Ραϊσί, έχει δηλώσει δημόσια ότι:

Η υποστήριξη της Παλαιστίνης αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ιρανικής εξωτερικής πολιτικής και συνδέεται με τις συνταγματικές αρχές (ιδίως αυτές που αφορούν την υποστήριξη των “καταπιεσμένων”). Σύμφωνα με το άρθρο 8: Στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, η προτροπή για το καλό και η αποτροπή από το κακό είναι καθήκον των ατόμων στις αμοιβαίες σχέσεις τους και στις αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ αυτών και εκείνων που τα κυβερνούν. Οι προϋποθέσεις, τα όρια και η φύση αυτού του καθήκοντος καθορίζονται από το νόμο, όπως ορίζει το Ιερό Κοράνι: «Και οι πιστοί, άνδρες και γυναίκες, είναι σύμμαχοι μεταξύ τους, ενώστε στο καλό και αποτρέψτε το κακό» . Με βάση το άρθρο 13:

Οι Ζωροάστριες, οι Εβραίοι και οι Χριστιανοί είναι οι μόνες αναγνωρισμένες θρησκευτικές μειονότητες, και εντός των ορίων του νόμου είναι ελεύθεροι να εκτελούν τις δικές τους θρησκευτικές τελετές και τελετές, και στις ιδιωτικές νομικές συμβάσεις και τη θρησκευτική εκπαίδευση είναι ελεύθεροι να λειτουργούν σύμφωνα με τους δικούς τους κανόνες. Ο ρόλος του Ιμάμη, ή του «ηγέτη», είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του σιιτικού Ισλάμ σε σύγκριση με το σουνιτικό Ισλάμ. Ο Ιμάμης ασκεί τη λειτουργία του θρησκευτικού οδηγού σύμφωνα με την τριπλή προοπτική της ισλαμικής κυβέρνησης, τις ισλαμικές συνταγές και την κατεύθυνση της πνευματικής ζωής. Σύμφωνα με το άρθρο 24:

Η ελευθερία του Τύπου και η ελευθερία της έκφρασης των ιδεών στον Τύπο είναι εγγυημένα υπό την προϋπόθεση ότι δεν προσβάλλονται οι θεμελιώδεις αρχές του Ισλάμ ή τα δικαιώματα της κοινότητας. Οι λεπτομέρειες καθορίζονται με νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 131 του Συντάγματος της Ισλαμικής Δημοκρατίας, εάν ένας πρόεδρος πεθάνει στην εξουσία αναλαμβάνει ο πρώτος αντιπρόεδρος, με την επιβεβαίωση του ανώτατου ηγέτη, ο οποίος έχει τον τελευταίο λόγο σε όλα τα ζητήματα του κράτους.

Διεθνείς οργανισμοί και ανεξάρτητες αποστολές, όπως αυτές του ΟΗΕ και διάφορες ΜΚΟ, έχουν επανειλημμένα εκφράσει ανησυχίες ότι ορισμένες πολιτικές και πρακτικές του Ιράν, ιδίως όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών, παραβιάζουν τόσο τις διεθνείς συμβάσεις όσο και, κατ’ επέκταση, τις αρχές που διακηρύσσονται στα περισσότερα σύγχρονα συντάγματα, παραβιάζουν και το ίδιο το Ιρανικό Σύνταγμα. Αν και το Σύνταγμα προβλέπει ότι ο ανώτατος ηγέτης πρέπει να είναι ανώτερος κληρικός, η ανάδειξη του Χαμενεΐ οφείλεται περισσότερο στην επιθυμία του IRGC για συνέχεια παρά στα θρησκευτικά του προσόντα.

(*) Δικηγόρος - συνταγματολόγος

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
* Τα άρθρα δεν απηχούν απαραίτητα τη γνώμη του notospress.gr