Γράφει ο Παναγιώτης Τζουνάκος

Ένα δράμα εκτυλίσσεται τα τελευταία τρία χρόνια στην Ελλάδα. Ένα πολιτικό έγκλημα γίνεται πόλος συσπείρωσης και εκμετάλλευσης. Βρίσκει πρόσφορο έδαφος σε μια κοινωνία, η πλειονότητα της οποίας απογοητευμένη, κατακερματισμένη και αποπολιτικοποιημένη αγωνίζεται μέρα και νύχτα για να επιβιώσει. Το κατάντημα αυτό, απόρροια των πολιτικών συστημάτων και κυρίως του νεοφιλελεύθερου μοντέλου της τελευταίας επταετίας, γίνεται εύκολη λεία των επιτήδειων, οι οποίοι θεώρησαν κατάλληλη την ευκαιρία να εμφανιστούν και να προσδιοριστούν. Το βαθύ αίσθημα της κοινωνικής αλληλεγγύης, έντεχνα αξιοποιείται, δημοσιοποιείται και προσανατολίζει σε συγκεκριμένη κατεύθυνση.

Με προσεκτικές κινήσεις στην αρχή, αποκαλύφτηκαν γρήγορα διαθέσεις και τάσεις, όταν η αξιοπρέπεια άρχισε να υποκύπτει στις ορέξεις της πολιτικής εξουσίας. Τα πλακάτ με το «δεν έχω οξυγόνο» κρατούνται ψηλά, προκειμένου να συγκινήσουν και να καθοδηγήσουν τις ευαίσθητες ανθρώπινες μάζες. Η δικαιοσύνη έχει γίνει σπέκουλα, δίνοντας την εντύπωση ότι όλοι οι πολιτικοί είναι ανίκανοι, ενώ κάποιοι νεοφανείς είναι οι μόνοι που θα καταφέρουν να εξυγιάνουν το δημόσιο βίο. Και όταν το ανώνυμο πλήθος τους ακολουθεί πιστά, με βήμα Επιταφίου, η ενδόμυχη ικανοποίησή τους είναι μεγάλη. Το φαινόμενο της εκμετάλλευσης των συγκυριών δεν είναι ξένο στην ελληνική αλλά και την ευρωπαϊκή πολιτική ιστορία. Πολιτικοί κομήτες άστραψαν για λίγο και έσβησαν, χάθηκαν και εξαφανίστηκαν, αφού δεν είχαν σταθερή και συμπαγή βάση στήριξης.

Το πολιτικό κόμμα δεν είναι ένα σύνολο συγκυριών, ούτε τυχαίων περιστατικών, όσο τραγικών κι αν είναι. Δεν είναι έκφραση συναισθημάτων χαράς, λύπης, θυμού, φόβου κ.λπ., ούτε το εφαλτήριο για προσωπική ανέλιξη και προβολή. Είναι πρόγραμμα μηχανισμών και μετασχηματισμών της κοινωνίας, για την καλυτέρευση της ζωής όλων ανεξαίρετα, όταν κάποια στιγμή κυβερνήσει. Είναι ο υποστηρικτής των φτωχών - πολλών ή των πλούσιων -λίγων, ο προστάτης και ο υπερασπιστής του κοινωνικού κράτους, της δημόσιας παιδείας, υγείας, ασφάλειας κ.λπ., ή της ανέλεγκτης ιδιωτικής ασύδοτης κερδοσκοπίας και της αρπαχτής.

Ωστόσο, η δημοκρατία και η πολιτική δεν μπορεί να λειτουργούν αποκλειστικά υπό την επήρεια της κοινωνικής, έστω και δίκαιης, αγανάκτησης. Ούτε είναι δυνατόν ένας νέος πολιτικός σχηματισμός, με τα τωρινά δεδομένα στην Ελλάδα, να επιφέρει την κάθαρση και την τιμωρία, όπως ευαγγελίζεται και διατυμπανίζει. Ούτε μπορεί να μετατρέπεται σε μοναδικό κριτήριο ευκαιρίας προκειμένου να επηρεάσει ψυχολογικά και να προσεταιριστεί δυσαρεστημένα τμήματα της κοινωνίας. Την απελπισία καπηλεύονται κάποιοι ανώνυμοι ή και επώνυμοι, για να προωθηθούν στον πολιτικό βίο. Αδύναμοι, χωρίς ιδεολογική βάση και αντοχή, πολύ γρήγορα θα ενταχθούν σε υπαρκτά κόμματα, προκειμένου να θεμελιώσουν πολιτική καριέρα.

Το νέο προσωποπαγές πολιτικό κόμμα που αναδύεται από την τραγωδία των Τεμπών άρχισε σιγά - σιγά να ξεδιπλώνεται. Η πρώην πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών επέλεξε το δράμα της να το κάνει αγώνα, για να προσεταιριστεί το δράμα 55 οικογενειών και αγγίζοντας το αίσθημα του χαμού αθώων προσπαθεί να εισπράξει προσωπική καταξίωση. Ένα προδιαγεγραμμένο έγκλημα, λόγω της ανικανότητας των υπευθύνων, ανάγεται σε προσωπικό ηθικό πλεονέκτημα εξαργύρωσης πόνου και θλίψης, σε μια κοινωνία, όπου τα κοινωνικά - πολιτικά εγκλήματα δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Με σύμβουλο τη δικηγόρο, που πάλευε να πραγματοποιηθεί ένα έργο του Παττακού της χούντας, την υποψήφια της «Νίκης» του θεολόγου «πατριώτη» αντιεμβολιαστή, κατά τα λεγόμενα του οποίου υιοθετεί τις απόψεις, χρωματίζονται τα πρότυπα και οι επιδιώξεις της.

Η δημιουργία πολιτικού φορέα διχάζει τους υποστηρικτές του κινήματος των Τεμπών, αλλά και τους ίδιους τους συγγενείς των θυμάτων. Ο λόγος της π. προέδρου παρουσιάστηκε αρχικά ως «απολιτικός», αλλά γρήγορα αποκαλύφθηκε ότι πρόκειται για πολιτικό λόγο με σαφή χαρακτηριστικά. Η απόρριψη του πολιτικού συστήματος και η προσπάθεια εκμετάλλευσης της αντισυστημικής ψήφου είναι στοιχεία φαντασίωσης, ιδεασμού και ουτοπίας. Οι θέσεις ότι «ο στόχος μας είναι να οδηγηθούμε σε μια ελεύθερη και ανεξάρτητη χώρα», «δεν υπάρχει δεξιά και αριστερά», και ότι «οι αμβλώσεις πρέπει να τεθούν σε δημόσια διαβούλευση», θέμα που έχει νομιμοποιηθεί πριν από αρκετές δεκαετίες, είναι αντιδραστικές και σκοταδιστικές και παραπέμπουν σε αλαζόνες και ψωνισμένους, που συνδέονται με δεξιές, ακροδεξιές και θεοκρατικές αντιλήψεις και καθεστώτα.

Χωρίς αμφιβολία, πρόκειται για μια έκφραση που αντλεί τη νομιμοποίησή της από ένα συλλογικό έγκλημα και από ένα υπαρκτό έλλειμμα λογοδοσίας και την κυβερνητική επιχείρηση συγκάλυψής του. Η κοινωνία κινητοποιήθηκε, στάθηκε στο πλευρό των οικογενειών που έχασαν τους δικούς τους ανθρώπους και τώρα έκπληκτη, σοκαρισμένη και μουδιασμένη παρακολουθεί την εκμετάλλευση του πολιτικού εγκλήματος. Η Μάγδα Φύσσα και ο Γιάννης Μάγγος δεν θέλησαν να εξαργυρώσουν τη δολοφονία του παιδιού τους, παρότι τους προτάθηκε θέση από πολιτικά κόμματα. Η ηθική και η αξιοπρέπεια δεν είναι έννοιες που εκδηλώνονται κατά περίσταση. Είναι αξίες που εκπορεύονται από τον ίδιο τον άνθρωπο, συμπορεύονται μαζί του και δεν μετασχηματίζονται ούτε αλλοιώνονται σε καμία περίπτωση. (Η ειδική κουρτίνα ανοίγει και κλείνει δείχνοντας κάθε φορά ποιος βγαίνει και ξαναμπαίνει και αποκαλύπτει όλη την έκταση της περιοχής.) Από το θεατρικό έργο «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» του Ευγένιου Ο΄ Νιλ.

Στη συναισθηματική κοινωνία το πένθος χρησιμοποιείται ως τηλεοπτική μάσκα και ιδιωτικοποιείται για την εξυπηρέτηση πολλαπλών σκοπιμοτήτων και συμφερόντων.

Η κοινωνία απαιτεί από τη δικαιοσύνη, την πλήρη εξιχνίαση του πολιτικού εγκλήματος και την τιμωρία των ενόχων.

Υγ. Ο Πλακιάς, ο οποίος έχασε στα Τέμπη τις δίδυμες κόρες του και την ανιψιά του στρέφεται εναντίον της Καρυστιανού για την απόφασή της να πολιτευθεί τώρα, ενώ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να πολιτευθεί και ο ίδιος αργότερα. Η ηθική και η αξιοπρέπεια στην απόλυτη έκφρασή τους.

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις