Εορτολόγιο 12 Ιουλίου: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, Αγία Βερονίκη και Μάρτυρες Πρόκλος και Ιλάριος
Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 12 Ιουλίου. Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
- Βερονίκη
- Παΐσιος
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, Αγία Βερονίκη και Μάρτυρες Πρόκλος και Ιλάριος
Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης
Κατά κόσμον Αρσένιος Εζνεπίδης, είναι ένας από τους πιο λαοφιλείς σύγχρονους αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γνωστός για την ταπεινότητα, το διορατικό του χάρισμα και τις πνευματικές του συμβουλές. Γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου 1924 στα Φάρασα της Καππαδοκίας και βαπτίστηκε από τον άγ. Αρσένιο τον Καππαδόκη, ο οποίος του έδωσε το δικό του όνομα προορώντας ότι θα ακολουθήσει τον μοναχισμό. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, αρχικά στην Κέρκυρα, μετέπειτα στην Ηγουμενίτσα και τελικά στην Κόνιτσα, όπου ο Αρσένιος μεγάλωσε και έμαθε την τέχνη του ξυλουργού. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου υπηρέτησε στον στρατό ως ασυρματιστής, ειδικότητα που αργότερα χρησιμοποίησε ως πνευματική μεταφορά, αποκαλώντας τους μοναχούς «ασυρματιστές του Θεού», και το 1950 εισήλθε στο Άγιο Όρος, εκάρη μοναχός στη Μονή Εσφιγμένου με το όνομα Αβέρκιος και αργότερα στη Μονή Φιλοθέου, όπου έλαβε το όνομα Παΐσιος.

Για μικρά διαστήματα έζησε, επίσης, στη Μονή Στομίου στην Κόνιτσα και αργότερα στο Όρος Σινά, στο ασκητήριο των Αγίων Επιστήμης και Γαλακτίωνος, όπου αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τους Βεδουίνους, από το 1979, όμως, εγκαταστάθηκε στο κελί Παναγούδα της Μονής Κουτλουμουσίου, όπου δεχόταν καθημερινά δεκάδες ανθρώπους που ζητούσαν παρηγοριά και καθοδήγηση, ενώ συνέβαλε καθοριστικά στην ίδρυση του Ησυχαστηρίου του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης, τόπος ταφής του και καθημερινό προσκύνημα χριστιανών που ζητούν τη μεσιτεία του. Εκοιμήθη στις 12 Ιουλίου 1994 στη Σουρωτή, μετά από μάχη με τον καρκίνο που αντιμετώπισε με αξιοθαύμαστη υπομονή, και αγιοκατατάχθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 13 Ιανουαρίου 2015.
Για τον Άγιο κυκλοφορούν πολλά βιβλία, τα οποία χωρίζονται σε εκείνα που έγραψε ο ίδιος, στη σειρά των «Λόγων» του που εκδόθηκαν μετά την κοίμησή του από το Ησυχαστήριο της Σουρωτής, και σε πάμπολλες μικρές και μεγάλες βιογραφίες του από κληρικούς που τον γνώριζαν και πνευματικά του τέκνα. Τα γραμμένα από τον ίδιο βιβλία είναι «Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης», η βιογραφία του αγίου που τον βάπτισε, «Ο Γέρων Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης», η ζωή ενός μεγάλου ασκητή του Αγίου Όρους, «Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα», με διηγήσεις για τη ζωή και την άσκηση σύγχρονων οσιακών μορφών του Άθω και «Επιστολές» προς μοναχούς και λαϊκούς. Στη σειρά «Λόγοι», η οποία περιλαμβάνει τις διδασκαλίες του ταξινομημένες ανά θέμα, είναι καταγεγραμμένη η πνευματική του παρακαταθήκη για τον σύγχρονο άνθρωπο ως εξής: Τόμος Α’ «Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο», Τόμος Β’ «Πνευματική αφύπνιση», Τόμος Γ’ «Πνευματικός αγώνας», Τόμος Δ’ «Οικογενειακή ζωή», Τόμος Ε’ «Πάθη και αρετές» και Τόμος Στ’ «Περί προσευχής».
Αγία Βερονίκη
Είναι η γυναίκα που αναφέρεται στα τρία συνοπτικά Ευαγγέλια ως η αιμορροούσα που θεράπευσε ο Χριστός. Σύμφωνα με αυτά, η Βερονίκη υπέφερε από αιμορραγία για 12 ολόκληρα χρόνια και είχε ξοδέψει όλη την περιουσία της σε γιατρούς χωρίς αποτέλεσμα. Καθώς ο Ιησούς πήγαινε για να θεραπεύσει την κόρη του Ιαείρου, η Βερονίκη πίστεψε ότι, αν άγγιζε έστω και την άκρη του ενδύματος του Χριστού, θα θεραπευόταν, κι έτσι μέσα στο πλήθος πλησίασε και άγγιξε το ρούχο Του. Αμέσως ένιωσε θεραπευτική δύναμη στο σώμα της και η αιμορραγία σταμάτησε. Ο Χριστός τότε ρώτησε «Τις μου ήψατο;», όχι γιατί δεν ήξερε, αλλά για να φανερωθεί η πίστη της, κι εκείνη ομολόγησε με τρέμουλο την πράξη της, για να ακούσει από τα θεανθρώπινα χείλη: «Η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην». Μετά τη θεραπεία της, η Βερονίκη έζησε μια ζωή γεμάτη αρετή και ευγνωμοσύνη προς τον Σωτήρα. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, έστησε χάλκινο ανδριάντα του Χριστού στην πόλη της σε ανάμνηση του θαύματος, στη βάση του οποίου φύτρωσε ένα βότανο που θεράπευε πολλές ασθένειες, κήρυξε το Ευαγγέλιο μετά την Ανάσταση και εκοιμήθη ειρηνικά. Την κίνηση της Αγίας να αγγίξει το ιμάτιο του Χριστού «αντιγράφουν» έως σήμερα ευσεβείς γυναίκες που αγγίζουν τα άμφια του ιερέως κατά την Μεγάλη Είσοδο στη Θεία Λειτουργία.

Στη Δυτική Εκκλησία, το όνομά της συνδέεται με μια άλλη παράδοση, το Πέπλο της Βερονίκης, ότι δηλαδή ήταν η γυναίκα που έδωσε μαντήλι στον Χριστό, καθώς εκείνος ανέβαινε προς τον Γολγοθά, για να σκουπίσει το πρόσωπό Του, και η μορφή Του αποτυπώθηκε πάνω στο ύφασμα. Το κειμήλιο αυτό φυλάσσεται στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου στο Βατικανό και εκτίθεται σπάνια στους πιστούς. Η ιστορία θεωρείται αληθινή από πολλούς καθολικούς και συνδέεται με τη Via Dolorosa, την Οδό του Μαρτυρίου στα Ιεροσόλυμα, όπου υπάρχει παρεκκλήσι αφιερωμένο στη μνήμη της σε μία από τις 14 στάσεις του Σταυρού.
Σύμφωνα με την πιο διαδεδομένη εκδοχή, η Βερενίκη μετέφερε στη Ρώμη το Πέπλο με την αποτυπωμένη μορφή του Χριστού και το παρουσίασε στον αυτοκράτορα Τιβέριο, καθώς εθεωρείτο θαυματουργό. Η προέλευση του θρύλου συνδέεται με το απόκρυφο κείμενο Ευαγγέλιο του Νικοδήμου (ή Acta Pilati), από το οποίο, κυρίως κατά τον 11ο αιώνα, διαμορφώθηκε η παράδοση όπως είναι γνωστή σήμερα. Η ιστορία γνώρισε μεγάλη διάδοση και το Πέπλο εντάχθηκε στα Αντικείμενα του Πάθους (Arma Christi), ενώ αποτέλεσε θέμα πολλών έργων τέχνης. Ωστόσο, η δημοφιλία του θρύλου οδήγησε στη μαζική παραγωγή πλαστών κειμηλίων κατά τον Μεσαίωνα, με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν πολλά υποτιθέμενα «αυθεντικά» Πέπλα και το Βατικανό να προσπαθεί να περιορίσει το φαινόμενο, όταν οι πάπες Παύλος Ε΄ και αργότερα ο Ουρβανός Η΄ απαγόρευσαν τόσο την αναπαραγωγή όσο και την κατοχή τέτοιων αντικειμένων, διατάσσοντας ακόμη και την καταστροφή τους.
Ένα από τα πιο γνωστά σωζόμενα πέπλα βρίσκεται στο αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο του παλατιού Χόφμπουργκ στη Βιέννη και φέρει την υπογραφή του Π. Στρότσι, γραμματέα του πάπα Παύλου Ε΄, ενώ, παράλληλα, υπάρχουν πολλά άλλα παρόμοια κειμήλια και εκατοντάδες καλλιτεχνικές απεικονίσεις που παρουσιάζουν το πρόσωπο του Χριστού αποτυπωμένο σε ύφασμα, συχνά με τα σημάδια του Πάθους και ακάνθινο στεφάνι.
Μάρτυρες Πρόκλος και Ιλάριος
Έζησαν κατά την εποχή του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού (106) και κατάγονταν από το χωριό Κάλλιπος, κοντά στην Άγκυρα. Ο Πρόκλος συνελήφθη πρώτος από τον ηγεμόνα Μάξιμο και, παρά τα βασανιστήρια, αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα και ομολόγησε με θάρρος την πίστη του στον Χριστό. Αρχικά, οι δήμιοι έσχισαν τις σάρκες του και έκαψαν τις πληγές του με αναμμένες λαμπάδες, ενώ στη συνέχεια τον κρέμασαν σε ξύλο και έδεσαν βαριές πέτρες στα πόδια του. Τελικά, ο ηγεμόνας διέταξε τον θάνατό του, αλλά, καθώς οδηγείτο στον τόπο της εκτέλεσης, συνάντησε τον ανιψιό του Ιλάριο, ο οποίος τον χαιρέτισε, πράξη που οδήγησε και στη δική του σύλληψη. Ο μεν Πρόκλος τοξεύτηκε, ο δε Ιλάριος αποκεφαλίστηκε και ενταφιάστηκαν μαζί.
Τιμάται επίσης η μνήμη: μάρτυρος Σεραπίωνος του νέου, οσίου Μιχαήλ του Μαλεΐνου, μαρτύρων Θεοδώρου του εν Κιέβω και Ιωάννου, Σεραπίωνοςεπισκόπου Βλαδημίρ, οσίου Αρσενίου του Νόβγκοροντ και ιερομάρτυρος Σίμωνοςηγουμένου μονής Βολόνσκ.
Πηγή: kathimerini.gr