Εορτολόγιο 14 Ιουλίου: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, Απόστολος Ακύλας και Ιωσήφ ο Ομολογητής αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 14 Ιουλίου. Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
- Ακύλας
- Νικόδημος
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, Απόστολος Ακύλας και Ιωσήφ ο Ομολογητής αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης
Μια από τις σημαντικότερες ασκητικές και θεολογικές μορφές της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, γεννήθηκε στη Νάξο το 1749, με το κοσμικό όνομα Νικόλαος Καλλιβούρτσης, από τους ευσεβείς και ενάρετους Αντώνιο και Αναστασία. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στη Νάξο με δάσκαλο τον αδελφό του αγ. Κοσμά του Αιτωλού, αρχιμανδρίτη Χρύσανθο, ενώ σε ηλικία 16 ετών πήγε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, όπου από το 1765 έως το 1770 διδάχθηκε φιλοσοφία, θεολογία, αρχαία ελληνικά, ιταλικά και γαλλικά από φημισμένους διδασκάλους.

Το 1770, εξαιτίας του Ρωσοτουρκικού πολέμου, αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Νάξο χωρίς να αποφοιτήσει, και εκεί εργάστηκε μέχρι το 1775 ως γραμματέας και ακόλουθος του επισκόπου Νάξου Ανθίμου, ο οποίος εκτίμησε τη μόρφωση και το ήθος του. Την ίδια χρονιά εκάρη μοναχός στη Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους με το όνομα Νικόδημος, ασχολούμενος κυρίως με την αντιγραφή κωδίκων, συμμετέχοντας ενεργά στο Κολλυβαδικό κίνημα και ζώντας σε διάφορες καλύβες στην έρημο της Καψάλας με συνεχή νηστεία, ακτημοσύνη και μεγάλη άσκηση, γενόμενος έτσι πόλος έλξης πολλών υποτακτικών και προσκυνητών. Εκοιμήθη στις 14 Ιουλίου 1809 σε ηλικία 60 χρονών από ημιπληγία στο κελλί των Σκουρταίων στις Καρυές του Αγίου Όρους όπου και ετάφη, αγιοκατατάχθηκε δε στις 31 Μαΐου του 1955. Τα τελευταία του λόγια ήταν «Τον Χριστόν έβαλα μέσα μου και πώς να μην ησυχάσω;».
Ο Νικόδημος θεωρείται «ο αρχηγέτης και ο θεολόγος του κινήματος των Κολλυβάδων» και υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας με πάνω από 100 έργα, κυρίως ασκητικά, κανονικά και αγιολογικά, που επηρέασαν βαθιά την Ορθόδοξη Εκκλησία. Τα κορυφαία έργα του είναι: α) το Πηδάλιον (1796, μαζί με τον Αγάπιο Κρητό), στο οποίο συγκεντρώνει και ερμηνεύει όλους τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας και αποτελεί μέχρι σήμερα τη βάση του Κανονικού Δικαίου, β) Η Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών (1782), όπου σε συνεργασία με Μακάριο Νοταρά μεταφράζει και επιμελείται πατερικά κείμενα νήψεως και προσευχής, γ) Ο Αόρατος Πόλεμος, ένας οδηγός για τους ασκητές στον πόλεμό τους κατά των παθών και των δαιμονικών πειρασμών, και δ) Ευεργετινός, μια ανθολογία πατερικών κειμένων και διδακτικών ιστοριών. Λιγότερο γνωστά αλλά εξίσου σημαντικά είναι το Νέον Μαρτυρολόγιον, όπου καταγράφηκαν οι βίοι των νεομαρτύρων επί Τουρκοκρατίας, Ο Συναξαριστής, συλλογή βίων μαρτύρων και αγίων, τα Πνευματικά Γυμνάσματα και το Εξομολογητάριον, οδηγοί πνευματικής άσκησης και εξομολόγησης, καθώς και η Ερμηνεία των Επιστολών του Παύλου. Τα κύρια έργα έχουν μεταφραστεί στα ρουμανικά, αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ρώσικα και σλαβικά, συμβάλλοντας στη διάδοση της Ορθόδοξης πνευματικότητας παγκοσμίως.
Ο όσιος τιμάται ιδιαίτερα στη γενέτειρά του Νάξο με τις εκδηλώσεις «Νικοδήμεια», στην Ιερά Μονή Αγίου Νικοδήμου στον Πεντάλοφο Γουμένισσας, όπου φυλάσσεται και τμήμα του λειψάνου του, στο Κελί των Σκουρταίων στις Καρυές όπου εκοιμήθη και στην Αθήνα από την Εταιρεία Κυκλαδικών Μελετών και τους «εν Αθήναις Ναξίους».
Απόστολος Ακύλας
Ήταν ένας από τους εβδομήκοντα Αποστόλους και στενός συνεργάτης του απ. Παύλου, καταγόταν μεν από τον Πόντο, αλλά ζούσε στη Ρώμη με τη σύζυγό του Πρίσκιλλα. Όταν, όμως, το 49 ο αυτοκράτορας Κλαύδιος εξέδωσε διάταγμα που έδιωχνε τους Ιουδαίους από τη Ρώμη, το ζεύγος κατέφυγε στην Κόρινθο όπου συνάντησαν τον Παύλο, με τον οποίο συνδέθηκαν βαθιά, καθώς μοιράζονταν την ίδια πίστη και το ίδιο επάγγελμα της σκηνοποιῒας.
Αργότερα, ακολούθησαν τον Παύλο στην Έφεσο, με το σπίτι τους να χρησιμεύει ως «κατ’ οίκον εκκλησία», δηλαδή τόπος συγκέντρωσης των χριστιανών, ήταν δε εκείνοι που κατήχησαν και δίδαξαν με ακρίβεια την πίστη στον λόγιο Απολλώ, έναν από τους σημαντικότερους χριστιανούς ρήτορες της εποχής. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ακύλας κήρυξε το Ευαγγέλιο σε πολλές περιοχές και τελικά μαρτύρησε για τον Χριστό, πιθανότατα με αποκεφαλισμό, με τη σύζυγό του να τον ακολουθεί λίγο αργότερα. Ο Παύλος τους αναφέρει με πολύ θερμά λόγια στην Προς Ρωμαίους επιστολή του (16, 3-4): «ασπάσασθε Πρίσκιλλαν και Ακύλαν τους συνεργούς μου εν Χριστώ Ιησού, οίτινες υπέρ της ψυχής μου τον εαυτών τράχηλον υπέθηκαν…».
Ιωσήφ ο Ομολογητής αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Γεννημένος το 762 στην Κωνσταντινούπολη από ευγενείς και πλούσιους γονείς, τον Φωτεινό και τη Θεοκτίστη (762 – 832), ήταν ο νεότερος αδελφός του αγ. Θεοδώρου του Στουδίτη και μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της περιόδου της Εικονομαχίας. Μαζί με τον αδελφό του ακολούθησαν τον μοναχικό βίο στη Μονή Σακκουδίωνος στη Βιθυνία, υπό την καθοδήγηση του θείου τους αγ. Πλάτωνος, αλλά λόγω των αραβικών επιδρομών, η αδελφότητα μεταφέρθηκε στην περίφημη Μονή Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη, η οποία έγινε το κέντρο της πνευματικής και πολιτιστικής ζωής της Πόλης.
Το 795 ξέσπασε η λεγόμενη «Μοιχιανή έριδα» που απασχόλησε την Εκκλησία και την Πολιτεία για περίπου δύο δεκαετίες, με αφορμή την απόφαση αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΣΤ΄ να χωρίσει τη νόμιμη σύζυγό του, Μαρία της Άμνιας, για να παντρευτεί την ερωμένη του Θεοδότη, η οποία ήταν στη συνοδεία της μητέρας του Ειρήνης της Αθηναίας και συγγενής των Στουδιτών. Επειδή ο Πατριάρχης Ταράσιος αρνήθηκε να ευλογήσει τον γάμο, ο Κωνσταντίνος βρήκε τον «οικονόμο» της Αγίας Σοφίας Ιωσήφ, ο οποίος τέλεσε το μυστήριο, με τους Στουδίτες μοναχούς να αντιδρούν σφοδρά, να αποκαλούν τον γάμο «μοιχεία» και να διακόπτουν την κοινωνία τους με τον Πατριάρχη, επειδή ανέχθηκε το γεγονός, στάση που οδήγησε στην πρώτη τους εξορία.
Το 807, λόγω της μεγάλης του αρετής και μόρφωσης, εκλέχθηκε παμψηφεί Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, με την παρουσία του στην πόλη να ενισχύει το φρόνημα των πιστών και την οργάνωση της Εκκλησίας. Κατά τη δεύτερη περίοδο της Εικονομαχίας επί Λέοντος Ε’ του Αρμενίου, ο Ιωσήφ υπήρξε από τους πρωτεργάτες της τιμής των ιερών εικόνων, γι’ αυτό υπέστη σκληρές διώξεις, φυλακίσεις και εξορίες σε διάφορα νησιά και απομακρυσμένες περιοχές, καθώς αρνήθηκε να υπογράψει εικονομαχικές ομολογίες πίστης. Μετά την απελευθέρωσή του από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Τραυλό, πέρασε τα τελευταία του χρόνια στη Μονή Στουδίου, όπου και κοιμήθηκε το 832.
Θεωρείται από τους σπουδαιότερους υμνογράφους της Εκκλησίας, καθώς μαζί με τον αδελφό του Θεόδωρο συνέταξαν μεγάλο μέρος του Τριωδίου, συγχεόμενος συχνά με τον μεταγενέστερο Ιωσήφ τον Υμνογράφο.
Τιμάται επίσης η μνήμη: μάρτυρος Ιούστου, οσίου Ονησίμου του θαυματουργού, μαρτύρων Ακύλα και Ιλαρίωνος, μάρτυρος Πέτρου του νέου επισκόπου Κρήτης, μάρτυρος Ηρακλείου, μάρτυρος Ιωάννου του νέου εν Μαρβ, οσίου Στεφάνου ηγουμένου μονής Μαχρίστσι.
Πηγή: kathimerini.gr