Εορτολόγιο 13 Σεπτεμβρίου: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα
Εορτολόγιο: Προεόρτια Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, Εγκαίνια θείου Ναού της του Χριστού Αναστάσεως, Ιερομάρτυς Χρυσόστομος Σμύρνης, Μάρτυς Αριστείδης ο Φιλόσοφος και ποιοι τιμώνται σήμερα από την Εκκλησία
Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 13 Σεπτεμβρίου. Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
- Αριστέα, Αριστείδης
- Κορνηλία, Κορνήλιος
Εορτολόγιο: Προεόρτια Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, Εγκαίνια θείου Ναού της του Χριστού Αναστάσεως, Ιερομάρτυς Χρυσόστομος Σμύρνης, Μάρτυς Αριστείδης ο Φιλόσοφος και ποιοι τιμώνται σήμερα από την Εκκλησία
Προεόρτια Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Εγκαίνια θείου Ναού της του Χριστού Αναστάσεως
Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν με εξαιρετική λαμπρότητα στις 13 Σεπτεμβρίου του 335 ή 336 κατά ορισμένες πηγές, με το μνημειώδες αυτό έργο να είναι γνωστό και ως Κωνσταντίνειος Βασιλική, διότι ανηγέρθη με εντολή του Μ. Κωνσταντίνου και υπό την επίβλεψη της μητέρας του Αγ. Ελένης, στον τόπο όπου ανακαλύφθηκαν ο Γολγοθάς και ο Πανάγιος Τάφος.
Οταν γύρω στο 135, μετά τη συντριβή της εξέγερσης των Ιουδαίων, ο αυτοκράτορας Αδριανός ανοικοδόμησε την πόλη ως Αιλία Καπιτωλίνα, έχτισε ειδωλολατρικό ναό της Αφροδίτης ακριβώς πάνω από τον τόπο της σταύρωσης και της ταφής του Χριστού. Ενώ ιστορικοί πιστεύουν ότι ο ναός ήταν μέρος του σχεδιασμού της νέας ρωμαϊκής πόλης, μεταγενέστεροι χριστιανοί συγγραφείς, όπως ο Ευσέβιος Καισαρείας, ανέφεραν ότι ο Αδριανός το έκανε σκόπιμα, θέλοντας να εξαφανίσει τη χριστιανική μνήμη και να καταπατήσει τα ιερά προσκυνήματα. Ωστόσο, αυτός ακριβώς ο ναός της Αφροδίτης έγινε η αιτία να διατηρηθεί η ακριβής τοποθεσία των χριστιανικών μνημείων.
Ο εντοπισμός του Παναγίου Τάφου κάτω από τον ναό της Αφροδίτης έγινε το 325-326, μέσα από ένα συνδυασμό ιστορικής μνήμης, τοπικών μαρτυριών και συστηματικής ανασκαφής, με πρωταγωνιστές τον Κωνσταντίνο, την Ελένη και τον επίσκοπο Ιεροσολύμων Μακάριο. Παρά τις διώξεις και την ισοπέδωση της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους, η τοπική χριστιανική κοινότητα δεν ξέχασε ποτέ πού βρίσκονταν ο Γολγοθάς και ο Τάφος και η τοποθεσία μεταφερόταν προφορικά από γενιά σε γενιά. Το 325, κατά τη διάρκεια της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια, ο Ιεροσολύμων Μακάριος συνάντησε τον Κωνσταντίνο και του ζήτησε επίσημα την άδεια να γκρεμίσει τα είδωλα και να αναζητήσει τον Τάφο του Χριστού. Ο Κωνσταντίνος τότε χρηματοδότησε το έργο και έστειλε στα Ιεροσόλυμα τη μητέρα του με διευρυμένες εξουσίες. Φτάνοντας εκεί, η Ελένη βασίστηκε στις υποδείξεις των ντόπιων χριστιανών, οι οποίοι υπέδειξαν όλοι το ίδιο σημείο, τον τεράστιο τεχνητό λόφο που είχε φτιάξει ο Αδριανός για να στηρίξει τον ναό της Αφροδίτης. Μετά την εκσκαφή του τεχνητού λόφου και του ειδωλολατρικού ναού, αποκαλύφθηκε το φυσικό βραχώδες υπόστρωμα, όπου βρέθηκε ένας λαξευμένος στον βράχο εβραϊκός τάφος, ο οποίος ταυτοποιήθηκε αμέσως από τον Μακάριο ως ο Τάφος του Χριστού. Η σύγχρονη επιστημονική έρευνα του 2016 από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο εξέτασε τα δομικά υλικά στον Πανάγιο Τάφο και τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η αρχική μαρμάρινη πλάκα και το κονίαμα που προστατεύουν τον βράχο χρονολογούνται πράγματι από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, επιβεβαιώνοντας απόλυτα τις ιστορικές πηγές.
Οι εργασίες ανοικοδόμησης του μεγαλοπρεπούς ναού διήρκεσαν περίπου δέκα έτη, από το 325 έως το 335, και ο αυτοκράτορας κάλεσε τους Επισκόπους που συμμετείχαν τότε στη Σύνοδο της Τύρου να μεταβούν στα Ιεροσόλυμα για να τελέσουν τα εγκαίνια. Συμμετείχαν ιεράρχες από πολλά μέρη, (Θράκη, Βιθυνία, Καππαδοκία, Συρία, Αίγυπτο) ενώ της τελετής ηγήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων Μακάριος, παρουσία της Αγ. Ελένης και πλήθους πιστών.
Ιερομάρτυς Χρυσόστομος Σμύρνης
Κατά κόσμον Χρυσόστομος Καλαφάτης, υπήρξε μία από τις κορυφαίες εκκλησιαστικές και εθνικές μορφές του 20ού αι. Διετέλεσε Μητροπολίτης Δράμας και Σμύρνης, αναπτύσσοντας τεράστιο κοινωνικό, εκπαιδευτικό και φιλανθρωπικό έργο, και μαρτύρησε με φρικτό τρόπο από τον φανατισμένο όχλο κατά την Καταστροφή της Σμύρνης τον Αύγουστο/Σεπτέμβριο του 1922, αρνούμενος να εγκαταλείψει το ποίμνιό του.
Γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1867 στην Τρίγλια της Βιθυνίας, παιδί πολύτεκνης οικογένειας, και σπούδασε στη φημισμένη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από την οποία αποφοίτησε το 1891. Αρχικά υπηρέτησε ως Αρχιδιάκονος και Πρωτοσύγκελος στις Μητροπόλεις Μυτιλήνης και Εφέσου, δίπλα στον πνευματικό του πατέρα και μετέπειτα Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντίνο Ε΄, και το 1902 εκλέχθηκε Μητροπολίτης Δράμας, με τη θητεία του να συμπίπτει με την κορύφωση του Μακεδονικού Αγώνα. Εκεί στήριξε ενεργά τα ελληνικά αντάρτικα σώματα απέναντι στη βουλγαρική και οθωμανική πίεση, ίδρυσε δεκάδες ελληνικά σχολεία, νοσοκομεία, ορφανοτροφεία για τα παιδιά των θυμάτων του Αγώνα, καθώς και τον μεγαλοπρεπή Μητροπολιτικό Ναό της Δράμας. Λόγω όμως της έντονης εθνικής του δράσης, η Υψηλή Πύλη ανάγκασε το Πατριαρχείο να τον απομακρύνει δύο φορές από την περιοχή. Πιο συγκεκριμένα, συνεργάστηκε άμεσα με τον πρόξενο της Ελλάδας, αρχικά της Φιλιππούπολης και μετέπειτα της Θεσσαλονίκης, Λάμπρο Κορομηλά, και τον Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, υποδέχθηκε, καθοδήγησε και περιέθαλψε ηγετικές μορφές του Αγώνα, όπως τον καπετάν Τσάρα (Κωνσταντίνο Νταή) και τον Αρμεν Κουπτσίου. Οργάνωσε ακόμα μυστικό δίκτυο από ιερείς, δασκάλους και προκρίτους που συγκέντρωναν πληροφορίες για τις κινήσεις των κομιτατζήδων, περιόδευε ακούραστα στα χωριά της Δράμας, της Ζίχνης και του Νευροκοπίου, για να κρατήσει όρθιο το εθνικό φρόνημα των ελληνικών πληθυσμών που δέχονταν πιέσεις από τη Βουλγαρική Εξαρχία και χρηματοδοτούσε κρυφά τις ελληνικές ένοπλες ομάδες και τις οικογένειες των θυμάτων του Αγώνα.
Το 1910 μετατέθηκε στη Μητρόπολη Σμύρνης, όπου αναμόρφωσε την εκπαίδευση, ίδρυσε αθλητικές εγκαταστάσεις, υπήρξε μάλιστα ο ιδρυτής του σταδίου του Πανιωνίου, και ενίσχυσε την κοινωνική πρόνοια. Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου κατήγγειλε τις διώξεις των Τούρκων εναντίον του ελληνικού στοιχείου, με αποτέλεσμα να εξοριστεί το 1914, αλλά επέστρεψε θριαμβευτικά στη Σμύρνη το 1919, μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού, ερχόμενος επανειλημμένα σε ρήξη με τον Ελληνα ύπατο αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη, καθώς ο Χρυσόστομος θεωρούσε τις αποφάσεις του επιζήμιες για την ασφάλεια των Μικρασιατών.
Τον Αύγουστο του 1922, με την κατάρρευση του μετώπου και την αποχώρηση του ελληνικού στρατού, ξένοι διπλωμάτες, μεταξύ των οποίων και ο Γάλλος πρόξενος, του προσέφεραν ασφαλή διαφυγή, με τον Χρυσόστομο να αρνείται κατηγορηματικά, απαντώντας: «Ο ποιμήν δεν εγκαταλείπει το ποίμνιόν του». Μετά την είσοδο των τουρκικών στρατευμάτων στην πόλη, ο Τούρκος στρατιωτικός διοικητής Νουρεντίν Πασάς τον κάλεσε στο διοικητήριο και, αφού τον κατηγόρησε για προδοσία, τον παρέδωσε στον έξαλλο μουσουλμανικό όχλο που είχε συγκεντρωθεί απέξω. Στις 27 Αυγούστου 1922 (με το παλαιό ημερολόγιο / 9 Σεπτεμβρίου με το νέο), ο όχλος τον βασάνισε άγρια, τυφλώνοντάς τον και διαμελίζοντάς τον στους δρόμους της Σμύρνης, το δε σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Η Εκκλησία της Ελλάδος τον αγιοκατέταξε και τον ανακήρυξε ιεροεθνομάρτυρα στις 4 Νοεμβρίου 1992, παρά ορισμένες θεολογικές ενστάσεις που υποστήριζαν ότι η δράση του ήταν περισσότερο εθνική και πολιτική παρά καθαρά θρησκευτική. Ωστόσο, η Εκκλησία τον κατέταξε στους αγίους, καθώς η άρνησή του να εγκαταλείψει το ποίμνιό του και ο μαρτυρικός του θάνατος εκπλήρωναν πλήρως τα χριστιανικά κριτήρια της αυτοθυσίας.
Μάρτυς Αριστείδης ο Φιλόσοφος
Ενας από τους πρώτους και σημαντικότερους χριστιανούς απολογητές και φιλοσόφους του 2ου αι., έμεινε στην ιστορία για τη συγγραφή της αρχαιότερης σωζόμενης Απολογίας υπέρ των Χριστιανών, την οποία παρέδωσε στον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό, ή κατ’ άλλους στον Αντωνίνο τον Ευσεβή, για να σταματήσουν οι αυθαίρετες διώξεις. Γεννήθηκε στην Αθήνα και καταγόταν από ένδοξη οικογένεια της πόλης, σπούδασε στην περίφημη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών, με ιδιαίτερη έμφαση στον Νεοπλατωνισμό, αλλά επηρεάστηκε βαθύτατα από το κήρυγμα των πρώτων φωτισμένων ιεραρχών της Αθήνας, του Αγ. Ιεροθέου και του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Παρά τη μεταστροφή του, επέλεξε να διατηρήσει το φιλοσοφικό του ένδυμα, τον τρίβωνα, για να συνεχίσει να συνομιλεί με τους φιλοσόφους.

Οταν ο αυτοκράτορας Αδριανός επισκέφθηκε την Αθήνα γύρω στο 125 για να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια, οι διωγμοί κατά της μικρής χριστιανικής κοινότητας της πόλης εντάθηκαν. Τότε, ο Αριστείδης συνέγραψε και επέδωσε στον αυτοκράτορα ένα κείμενο («Απολογία»), στο οποίο υπερασπιζόταν το εξαίρετο ήθος των χριστιανών, χωρίζοντας μάλιστα την ανθρωπότητα σε κατηγορίες (βαρβάρους, Ελληνες, Ιουδαίους και χριστιανούς), αποδεικνύοντας ότι μόνο οι χριστιανοί έχουν την ορθή αντίληψη για τον Θεό, καθώς η ζωή τους διέπεται από αγάπη, αγνότητα και φιλανθρωπία. Η θαρραλέα του στάση προκάλεσε την οργή των ειδωλολατρών, εκδιώχθηκε από την Αθήνα και μετέβη στη Ρώμη, όπου συνέχισε να απολογείται για την πίστη του, αλλά επιστρέφοντας στην Αθήνα, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Μαρτύρησε δι’ αγχόνης, καθώς τον κρέμασαν στην Αγορά των Αθηνών στα μέσα του 2ου αι., πιθανόν γύρω στο 133-134.
Στο κείμενό του, ο Αριστείδης χρησιμοποιεί τη φιλοσοφική του κατάρτιση για να αποδομήσει τις πεποιθήσεις των ειδωλολατρών, των βαρβάρων και των Ιουδαίων, αναδεικνύοντας την ανωτερότητα των χριστιανών. Αναγνωρίζει ότι οι Ελληνες είναι σοφοί, αλλά υποστηρίζει ότι έπεσαν σε πλάνη και κατηγορεί τη θρησκεία τους ότι παρουσιάζει τους θεούς με ανθρώπινα πάθη, αδυναμίες και ηθικές εκτροπές, όπως μοιχεία και οργή, και αντιπαραβάλλει έναν Θεό που είναι άναρχος, ασύλληπτος, αμετάβλητος και τέλειος, ο οποίος δεν έχει ανάγκη από θυσίες, αλλά συντηρεί τα πάντα με την πρόνοιά του. Το ισχυρότερο επιχείρημά του δεν είναι η θεωρία αλλά η πράξη, περιγράφοντας τους χριστιανούς ως τους μόνους που εφαρμόζουν την απόλυτη αγάπη, καθώς δεν μοιχεύουν, βοηθούν τις χήρες και τα ορφανά, φιλοξενούν τους ξένους σαν αδελφούς και δεν υπερηφανεύονται, αλλά ζουν με ταπεινότητα.
Το κείμενό ήταν χαμένο για αιώνες, μέχρι που στα τέλη του 19ου αι. ανακαλύφθηκε μια συριακή μετάφρασή του σε Κώδικα της Μονής Αγίας Αικατερίνης στο Σινά, ενώ το ελληνικό κείμενο της Απολογίας θεωρούνταν οριστικά χαμένο. Η ανακάλυψη έγινε το 1889 από τον Αγγλο μελετητή Τζέιμς Ρέντελ Χάρις (James Rendel Harris), που ανακάλυψε την πλήρη μετάφραση του έργου στη συριακή γλώσσα, μέσα σε αρχαίο κώδικα. Η βιβλιοθήκη της Μονής Αγίας Αικατερίνης είναι η δεύτερη σημαντικότερη στον κόσμο σε αριθμό χριστιανικών χειρογράφων, ύστερα από αυτή του Βατικανού, καθώς, λόγω της απομόνωσής της στην έρημο, διασώθηκαν εκεί σπάνια κείμενα που καταστράφηκαν σε άλλα μέρη του κόσμου.
Ωστόσο, μετά την ανακάλυψη του Σινά, οι επιστήμονες συνειδητοποίησαν με έκπληξη ότι το ελληνικό κείμενο δεν είχε χαθεί τελείως, αλλά ήταν ενσωματωμένο, εν αγνοία των αντιγραφέων, μέσα σε δημοφιλές μεσαιωνικό μυθιστόρημα, την ιστορία του Βαρλαάμ και Ιωάσαφ, με την ενσωμάτωση αυτή να αποτελεί μία από τις πιο συναρπαστικές ανακαλύψεις της παγκόσμιας λογοτεχνικής και αγιολογικής ιστορίας. Το κείμενο διασώθηκε, επειδή κάποιος Βυζαντινός συγγραφέας το χρησιμοποίησε ως έτοιμο λόγο μέσα στην πλοκή του έργου του. Το μυθιστόρημα αφηγείται την ιστορία ενός Ινδού ειδωλολάτρη πρίγκιπα, του Ιωάσαφ, ο οποίος ασπάζεται τον Χριστιανισμό μετά από τις συμβουλές του σοφού ερημίτη Βαρλαάμ. Οταν ο ειδωλολάτρης βασιλιάς έμαθε για τη μεταστροφή του γιου του, εξοργίστηκε και διοργάνωσε δημόσια συζήτηση για να εκθέσει τη χριστιανική πίστη, βάζοντας μάλιστα τον ειδωλολάτρη φιλόσοφο Ναχώρ να προσποιηθεί τον χριστιανό. Το σχέδιο ήταν ο Ναχώρ να εκφωνήσει έναν επίτηδες αδύναμο λόγο, ώστε οι ειδωλολάτρες φιλόσοφοι να τον κατατροπώσουν εύκολα και ο πρίγκιπας Ιωάσαφ να απογοητευτεί και να επιστρέψει στα είδωλα. Τη νύχτα, όμως, πριν από τη συζήτηση, ο Ιωάσαφ ανακάλυψε την παγίδα, πλησίασε κρυφά τον Ναχώρ και τον απείλησε ότι, αν την επόμενη ημέρα δεν υπερασπιστεί τον Χριστιανισμό με απόλυτη σοβαρότητα και επιτυχία, θα τον εκτελέσει. Τρομοκρατημένος, τότε, ο Ναχώρ, όταν ανέβηκε στο βήμα, αντί για τον αδύναμο λόγο που είχε ετοιμάσει, εκφώνησε έναν συγκλονιστικό, συγκροτημένο και ακαταμάχητο λόγο υπέρ των χριστιανών, που δεν ήταν άλλος από την αυτούσια και χαμένη «Απολογία» του Αριστείδη του Φιλοσόφου!
Τιμάται επίσης η μνήμη: Κορνηλίου του εκατοντάρχου, Δημητρίου, Ευανθίας και Δημητριανού, μαρτύρων Κρονίδου, Λεοντίου και Σεραπίωνος εν Αλεξανδρεία, Σελεύκου εν Γαλατία και Στράτωνος εν Βιθυνία, μαρτύρων Μακροβίου, Γορδιανού, Λουκιανού, Ζωτικού και Βαλεριανού, οσίου Ιεροθέου του νέου εν Ι. Μ. Ιβήρων, μεγαλομάρτυρος Κετεβάν βασιλίσσης της Γεωργίας, οσίου Ιωάννου εν Πρισλόπ Ρουμανίας και οσίου Κορνηλίου του Ολονετς.
Πηγή: kathimerini.gr